pyli

Άρθρο του Κων/νου Πάνου

 

Με Πάσχα στο χωριό δις όνειρο απατηλό & διόδια σωρό,

 μην ξεχνάς Μαλιακό, Δομοκό & Αγ. Αικατερίνη βοηθό,

 ταξίδεψα νοερά & θυμήθηκα χωριού ζωγραφιά,

τότε που βάζαμε οξεία στα φωνήεντα επτά

& μάλωναν στη σχολική μας εορτή του Νοέμβρη στις δεκαεπτά,

όπως ζήτησε δασκάλα με προχωρημένη εγκυμοσύνη αρκετά,

λίγο πριν την παράδοση της τάξης, που ήταν στο γραφείο δ/ντη αριστερά,

ο οποίος όταν ανέλαβε μετά & δεν ρίχναμε στο βιβλίο ντιπ ματιά,

έριχνε κατραπακιά και τιμωρία στην αποθήκη για ζαβολιά. 

 

Δείχνοντας η δασκάλα τις ζωγραφιές στην τάξη, χόρτασε το μάτι βουνά, εκκλησιές & γέφυρες, αλλά στη δική μου, με μοτοσακό και έναν άντρα με τσιγάρο πάνω σε αυτό, απόρησε και ρωτώντας τι σημαίνει αυτό, στεκόμουν αμίλητος & ακίνητος σα γάιδαρος φορτωμένος.

Εφόσον δεν συμπάθησα τσιγάρο, μηχανή & Τζέιμς Ντιν, μόνο αν ξαναγινόμουν παιδί θα μπορούσα να βρω την απάντηση και ευτυχώς ο Θεός, προσφέρει συχνά αυτή τη χαρά στον ξενιτεμένο, την οποία ο παραμένοντας, μέσα από το δικό του πόνο, πολλές φορές τη χλευάζει: ΄΄Μείνε εδώ μόνιμα και ύστερα τα ξαναλέμε΄΄.

Αφήνοντας πίσω πόλη και υποχρεώσεις, δεν τον βλέπετε να έρχεται σαν ατίθασο νιάτο (εκτός αν είναι για κηδεία ή εφορία), με τέρμα γκάζι & μουσική; Να ξυπνά χαράματα & με χαμόγελο ως τα αυτιά, να γυρίζει όλο το χωριό, απολαμβάνοντας απαράμιλλη ομορφιά & ύμνους τσόνιων και αηδονιών και αποβραδίς, με πουκάμισο δύο κουμπάκια ανοιχτό και λόγω δρόσου από Πορταϊκό, πουλόβερ ανάποδα κρεμάμενο σε αυτό (αν είναι ετών 30-50, γιατί 0-15 το κρατά η μαμά, 15-30 δεμένο στη μέση, 50-70 διπλωμένο στο χέρι, 70-0 φορεμένο), να κλείνει την πιάτσα αρνούμενος να κοιμηθεί, για να μην χαθεί το όνειρο που έγινε παιδί, το οποίο θα σβήσει σαν φεγγάρι η ανατολή της επιστροφής.

Έτσι ακριβώς ξεκίνησα ένα πρωί, περπατώντας την Παράκαμψη Πύλης-Παλαιομονάστηρου, όπου στάθηκα για μια ανάσα στον κόμβο εισόδου με το γλυπτό. Αλφάδι εννοιολογικά η ονομασία του (Πέρασμα), γιατί η Πύλη, όπως αναφέρουν και οι πηγές, αποτελεί μοναδικό πέρασμα της Ν. Πίνδου στη Θεσσαλία, αξιοσημείωτο στη βυζαντινή περίοδο, ιστορικό στην αντίσταση και εκπαιδευτικό, καθώς μετά το σχολείο οι νέοι χαιρετούν γονείς στο ΚΤΕΛ για σπουδές και εργασία. Δυστυχώς όμως, αποτελεί και ταξιδιωτικό πέρασμα προς τουριστικά αναπτυσσόμενες περιοχές, το οποίο η νέα οδός ίσως το κάνει πιο βιαστικό.

–  Από που είσαι πατριώτ’, με ρωτούν ειρωνικά πρωτευουσιάνοι, δηλωμένοι προφορικά αλλά όχι  ληξιαρχικά, στο άκουσμα διαλέκτου που απαλλάσσει ηχητικά φωνήεντα.

–  Από Πύλη Τρικάλων.

–  Αααα κοντά στο Περτούλι ή στα Μετέωρα ή στο μύλο των Ξωτικών;

– Όχι, στο μύλο Μπαμπαλιάρη. Άντε γεια.

panos 1

Η αλήθεια αυτή, εμφανίζεται φάτσα στο σημείο εξόδου (βλέπε φωτό), όπου η ανωτέρω οδός συναντά την Ε.Ο. Τρικάλων-Άρτας, όπου θες δε θες το ερώτημα είναι: Μένω ή φεύγω; Μήπως σε αυτό το κομβικό σημείο να στέκεται ένα άλλο γλυπτό, ονόματι ΜΕΙΝΕ, όπως μια βυζαντινή αυτοκράτειρα να κλείνει μάτι ή έναν τροχονόμο-δικτάτορα με υποχρεωτική πορεία ΄΄Μέσαααα΄΄ ή τον διάσημο Ρέμο με το ομώνυμο σουξέ ΄΄μείνε, σώμα μου γίνε΄΄ ή ένα ζητιάνο να ελεεί υπέρ της τοπικής αγοράς ή έναν τσολιά σφυρίζοντας κλέφτικα πως εδώ, θα φας καλά.

Με τις αστείες αυτές σκέψεις έστριψα προς κέντρο και μπανίζοντας μεζεδοπωλείο που άνοιγε (ιδανική στιγμή μερακλή: οχλαγωγία μηδέν, μεζές αχνιστός, περιποίηση άμεση, τουαλέτα απάτητη κλπ.), άραξα απέξω και αναμένοντας κιοφτέ που αναστέναζε στο τηγάνι, έβαλα στο τραπέζι το ανωτέρω ερώτημα, όχι μέσα από την αποκαρδιωτική αλυσίδα των κλειστών μαγαζιών, αλλά της ενθύμησης ανοιχτών αυτών.

Μέσα λοιπόν από κάθε κτίριο και μια ρουφηξιά τσίπουρο, ξεπρόβαλαν κορδωμένοι μαγαζάτορες (είδη δώρων, υφασμάτων κλπ.), βιβλιοπώλες σα δικαστές σε υπερυψωμένες θέσεις, αλλά και δάσκαλοι εντός αυτών, που με την ανάγνωση εφημερίδων έφτιαχναν ή μαύριζαν τη μέρα ενός γονέα για τον άριστο ή κουμπούρα κανακάρη του, μαραγκοί & μάστορες με μολύβι στο αυτί σα βλήμα έτοιμο να εκτοξευτεί & ΄΄καντήλια΄΄ να πέφτουν βροχή, τσαγκάρηδες στο καρεκλάκι με γανωμένη ποδιά μπας και ετοιμαστεί το υπόδημα Μέγα Σάββατο, περιπτεράδες μέσα από το τζαμάκι, μπαρμπέρηδες με σημείωμα ΄΄απέναντι στο καφενείο΄΄, καφετζήδες που σκοτώνανε ορθοστασία πειράζοντας ΄΄βαμμένους΄΄ ομάδας ή κόμματος, αλλά και μερακλήδες & ταξιτζήδες εντός αυτών, με τους πρώτους καθήμενους με τρεις καρέκλες αγκαζέ μην κάτσει κανένας ανεπιθύμητος & τους δεύτερους όρθιους, παρακολουθώντας τάβλι ή πρέφα εν αναμονή ταρίφας.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα ταβερνιάρη, που οδηγούσε καπνίζοντας μια προπολεμική  μηχανή, στην ταβέρνα του οποίου καθόμουν & άρπαζα σα γεράκι το μεζέ από το καραφάκι του πατέρα (μεσαίος στη φωτό), σπάζοντας πλάκα & σιωπή καλόκαρδων μερακλήδων, που έκρυβαν σε αυτή και τη ρετσίνα, νταλκάδες (φτώχεια, χαμαλίκι, μοναξιά, χαμένα νιάτα, ξενιτιά ή θανάτους αγαπημένων προσώπων κλπ). Προκειμένου να ενσωματωθώ έβαζα και εγώ νταλκά, που αναδυόταν από την πίκρα να ακούς συνέχεια ότι πρέπει να διαβάσω και να φύγω, γιατί με γεωργία-κτηνοτροφία οικιακής χρήσης, αγορά περιορισμένη, υπηρεσίες συγχωνευόμαστε-μεταφερόμαστε και τουρισμό πάρ’ το αλλιώς, ακόμα και στα παιδικά πλαστικά αυτοκινητάκια μόνο τα φώτα πορείας ανάβανε.

panos 4

Η Πύλη τότε, άγνωστη ακόμα στο μικρόκοσμό μου της καταπράσινης & χωματόδρομης γειτονιάς (διακρίνεται στη σημερινή της μορφή στην αρχική φωτό), στη γωνία της οποίας βάζαμε πέτρες για τέρμα & το Πάσχα ψήναμε όλοι μαζί, τον τεράστιο πλάτανο & την κολώνα της ΔΕΗ, δίπλα στο μύλο, που αράζαμε και παίζαμε κρυφτό, το περίπτερο που βλέπαμε μουντιάλ & τον Άγιο Βησσαρίων προαύλιο για παιχνίδι και προστάτη, δεν μπορούσε να αποκαλυφτεί ούτε από τα τρακτέρ, τους ματρακάδες & τις αγελάδες του Χαρίλαου που περνούσαν ή απ’ τα κάρα που ερχόταν τσούρμο στο μύλο χαράματα Παρασκευής, ούτε απ’ τη φλόγα, που άναβε σαν ολυμπιακή με τον ερχομό ξενιτεμένων κατά την ανάγνωση των Ευαγγελίων τη Μ. Πέμπτη ή πριν το πανηγύρι και έσβηνε την επομένη των εορτών, κάνοντας το χωριό πιο μικρό και τον ανωτέρω νταλκά πιο μεγάλο.

Αυτό που ζωντάνευε και μετέφερε καθημερινά τον παλμό του χωριού στη γειτονιά, ήταν το εκκωφαντικό πέρασμα της σακαράκας μηχανής του ταβερνιάρη (η εργασία άλλωστε της ταβέρνας συνάδει με ετοιμασία γιορτής), να πάει στο στάβλο, μετά στο μαγαζί να το ετοιμάσει & να ψήσει, να σερβίρει πελάτες και κατά την αποχώρησή των, με λίγο σπληνάντερο που σπανίως έμεινε στη σούβλα και τα μινόρε του Τσιτσάνη ακουστικά τώρα καμπάνα, να κάνει ταμείο και να επιστρέφει κατάκοπος, με ένα τσιγάρο που το σουλατσάριζε & κάπνιζε πάνω στη μηχανή, λες και αυτό ήταν το τρόπαιο της βιοπάλης του.

Η εικόνα αυτή, στη φαντασία ενός παιδιού, που έψαχνε μια σπίθα για να ξανανάψει η ανωτέρω φλόγα, ήταν ικανή να μεταλλαχθεί σε ένα μάγκα καουμπόη με άλογο & δαγκωμένο πούρο, να μπουκάρει και να κάνει ανάστα την έρημη γειτονιά, εφόσον τότε καουμπόηδες & σερίφηδες ήταν οι ήρωες από τα γουέστερν που βλέπαμε, για αυτό και τη ζωγράφισε.

Αστραπή ο χρόνος, δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα και πως το ΄΄μένω ή φεύγω΄΄,  ονειροπαρμένο στο χθες, μιας και ισόβια αγκυροβολεί στην Τροία των τσιμέντων & τρελών ρυθμών (μην σπρώχνεστε κύριε, πάρτε το επόμενο κύριε, μην κάθεστε και μην παρκάρετε εκεί κύριε, αι σιχ…είπατε τίποτα κύριε), που δεν πέφτει ούτε με Δούρειο Ίππο, πέρασε στο σήμερα και στο διπλανό τραπέζι, από τις φωνές νεαρών, η απάντηση των οποίων θα κρίνει και όχι των ταξιδιωτών Αυγούστου ή όποτε χιονίσει ή ανοίξει κάλπη ή της δικής μου με μία μέρα άδεια ή του 90χρονου γέροντα παραδίπλα με την πορτοκαλάδα ζεστή, αν η περιφερειακή σύγχρονη οδός ρίξει φως ή κατράμι στο χωριό.

–  Τι να κάνω εδώ ρε ……;

–  Και στην Αθήνα ή στο εξωτερικό ρε … νομίζεις είναι καλύτερα;

Με σχολείο που δεν πιστοποιεί, πανεπιστήμιο που δεν επαρκεί, περιβάλλον αβέβαιο (πανδημία, δημοσιονομική τρύπα, Τουρκία κλπ.) και ορμόνες που βράζουν, όποιος παρέμβει στη συζήτησή τους, θα τον δαγκώσουν όπως ο σκύλος τον ενοχλητικό όταν τρώει.

Ακόμα και συ μάνα, που σε σένα θα ξεσπάσει μετά την οργή του: Φεύγωωωω, μη φοβηθείς όταν στο: Γιε μου που πας; απαντήσει με Καββαδία (στα καράβια) ή Τρύπες (Λονδίνο, Άμστερνταμ ή Βερολίνο) ή μπύρες. Πάρτον αγκαλιά, κοίταξέ τον ίσα στα μάτια και χτύπησέ του παλαμάκια δυνατά, να χορέψει, να αντρειωθεί και στο τέλος κέρασέ τον παγωμένο καφέ (όχι παραδοσιακό, γιατί κρίμα το καϊμάκι & το φλιτζάνι), ώστε νηφάλιος να καταλάβει ότι το ΄΄Μένω ή Φεύγω΄΄ έχει πολλές στράτες (εξετάσεις, εργασίες, έρωτες, ταξίδια, όνειρα, χαρές, πίκρες κλπ) & αρμόδιος να απαντήσει δεν είναι η Πολιτεία που οφείλει να έχει υποδομές, η οικογένεια & σχολείο αρχές, ο φίλος, το ταίρι & το αφεντικό μπέσα, αλλά μόνο η καρδιά του: ΄΄Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά, Οδυσσέα, γύρνα κοντά μου, που τα άγια χώματά της: πόνος και χαρά΄΄.

Ρουφώντας την τελευταία γουλιά, (κορυφαία στιγμή μερακλή, εφόσον με αυτή και χτυπώντας  με κρότο το άδειο ποτήρι στο τραπέζι, επικυρώνει απόφαση & λήξη παράστασης), αποχαιρετώ τους νέους μερακλήδες:

–   Πως βλέπετε ρε  μάγκες το χωριό;

–   Νέκραααα, αλλά παράδεισος. Εσείς εκεί κάτω;

–   Κόσμοοος, αλλά κόλαση.

–  Μένουμε ή φεύγουμε;

                                                                               

Υ.Γ.: Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία.

Load More Related Articles
Load More In Βήμα των πολιτών
Comments are closed.

Check Also

«Το πρόγραμμα του 12ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Θεσσαλών στο Δήμο Ελασσόνας»

Τη σημαντική ετήσια ευκαιρία αναμένουν όλοι οι Θεσσαλοί, αλλά και οι απόδημοι της Θεσσαλία…