φωτό:|Dimitris Kapantais / SOOC
Ο πολιτικός οπορτουνισμός με ένα κόμμα-ανεμοδούρα είναι λίγο πολύ εύλογος για τον Τσίπρα: προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρεθεί στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων.
Ενα ζήτημα όμως είναι τι θα κάνει και τι θα γίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ: το κόμμα με γραφεία, επαγγελματικά στελέχη ΜΜΕ και επτά εκατ. τον χρόνο κρατική επιχορήγηση αρχίζει να θυμίζει κάτι παλιά αρχοντικά που μένουν χωρίς κληρονόμο
Είναι μάλλον κοινά αποδεκτό πλέον ότι ένας από τους λόγους που η εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ διαφορά εξακοντίστηκε σε συντριπτικά επίπεδα το 2023, ήταν το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας, κατά την προεκλογική περίοδο, άλλαζε αφήγημα κάθε εβδομάδα. Σε μια εκλογική αναμέτρηση στην οποία το διακύβευμα κατέληξε να είναι η σταθερότητα –όπως την αντιλαμβανόταν ο καθένας–, η τάση αυτή τραυμάτισε πολύ το «πρωθυπουργικό προφίλ» του τότε προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, συντελώντας στο να φτάσει τελικά η διαφορά από τις 7-10 μονάδες, όπως αναμενόταν, στις 21.
Τρία χρόνια μετά, ο Τσίπρας δείχνει να υποτιμά αυτή τη διάσταση. Είτε γιατί θεωρεί συγκυριακή τη ζημιά που έκανε το 2023, είτε γιατί, στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίον πολιτεύεται σταθερά εδώ και 20 χρόνια και ούτε σκοπεύει, ούτε ίσως μπορεί, να τον αλλάξει. Εδώ που τα λέμε, ο Τσίπρας δεν γνώρισε μόνο συντριπτικές ήττες με τις απότομες και ενίοτε ακατανόητες μεταμορφώσεις του.
Την ίδια πρακτική ακολουθούσε και την εποχή των επιτυχιών του. Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθεια που ξεκίνησε o πρώην πρωθυπουργός τον περασμένο Οκτώβριο για να επιστρέψει στην κεντρική πολιτική σκηνή, δεν είναι απαλλαγμένη από αυτόν τον τακτικό τυχοδιωκτισμό που τον συνοδεύει στην πολιτεία του στα δημόσια πράγματα. Η φυσιογνωμία του κόμματός που ετοιμάζει, για παράδειγμα, μοιάζει λίγο με ανεμοδούρα.
Στην αρχή αυτοπροτάθηκε περίπου ως ένα «κόμμα των εντίμων», με vocabulaire που θα παρέπεμπε σε έναν μάλλον νωθρό και συντηρητικό Κέντρο. Στη συνέχεια, όταν η εμφάνιση της Καρυστιανού «κάλυψε» ένα μεγάλο μέρος του χώρου αυτού, ο Αλ. Τσίπρας θυμήθηκε τις αριστερές ιδέες αναφορικά με τα δικαιώματα των γυναικών και των μεταναστών.
Και, τελικά, όταν κόπασε ο άνεμος της πάλαι ποτέ προέδρου του συλλόγου για τα Τέμπη, ο Αλ. Τσίπρας θυμήθηκε ότι πρέπει να ενωθούν ο χώρος «της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας και της πολιτικής οικολογίας» –ό,τι ακριβώς (κατά λέξη) έλεγε τα τελευταία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου τη ληξιαρχική πράξη θανάτου προανήγγειλε ο ίδιος.
Ωστόσο, ο πολιτικός οπορτουνισμός είναι λίγο πολύ εύλογος για τον Αλ. Τσίπρα, που προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρεθεί στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων, ώστε να αποτελέσει μαγνήτη για όσους επιθυμούν πρωτίστως «να φύγει ο Μητσοτάκης». Μια πρόσφατη δημοσκόπηση δείχνει σε πρώτη φάση να τον δικαιώνει.
Ένα μελλοντικό κόμμα Τσίπρα εμφανίζεται με βραχεία κεφαλή πάνω από το ΠΑΣΟΚ, έχοντας προηγούμενα εξαφανίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Νέα Αριστερά και το κόμμα Κασσελάκη. Υπάρχει όμως ένα κομμάτι αυτού του οπορτουνισμού που δημιουργεί τον κυρίως πανικό στα όμορα κόμματα. Αυτό σχετίζεται με τον χρόνο ανακοίνωσης του κόμματος, με το ερώτημα ποιοι θα γίνουν δεκτοί σε αυτό και με ποιον τρόπο. Ως προς την ημερομηνία ανακοίνωσης του κόμματος, ο Τσίπρας τη μεταθέτει συνέχεια –αν και οι περισσότεροι ισχυρίζονται ότι πλέον δεν έχει άλλα περιθώρια.
Ως προς τα άλλα, τα πράγματα παραμένουν ασαφή. Κάποιοι λένε ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να θέλει να μην έχει μαζί του κανένα πρόσωπο με θητεία στον παλιό ΣΥΡΙΖΑ. Αλλοι, θυμίζουν ότι αυτά είναι ωραία στα λόγια, αλλά οι εκλογές χρειάζονται πολιτευτές και τα δίκτυά τους. Και βέβαια, ορισμένοι τονίζουν ότι κάποια πρόσωπα μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝεΑρ είναι εντελώς δεμένα με τον πρώην πρωθυπουργό και ο βηματισμός τους θα είναι, όπως και να έχει, τελικά κοινός.
Στο μεταξύ, επικρατεί μια κατάσταση ταραχής, κυρίως για βουλευτές που δεν είναι βέβαιοι αν πρέπει να παραιτηθούν για να πάρουν χαρτί στη λίστα αναμονής του κόμματος Τσίπρα ή να κρατήσουν τη θέση τους για όσο καιρό μπορούν, διαπραγματευόμενοι από εκεί το μέλλον τους. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει δύο κοινοβουλευτικές ομάδες-φάντασμα. Οι 25 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και οι 12 της Νέας Αριστεράς, μόνο τυπικά παραμένουν ενιαία σώματα, καθώς τα ίδια τα κόμματά που τους φιλοξενούν τείνουν να θυμίζουν άδεια πουκάμισα.
Στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν ήδη βουλευτές που έχουν πει ότι θα ακολουθήσουν τον Τσίπρα σε ό,τι κάνει. Στη ΝεΑρ δεν έχουν υπάρξει τέτοιες δημόσιες δηλώσεις, αλλά είναι γνωστό ότι η πλειονότητα της ΚΟ θέλει να μετακομίσει προς τα εκεί -σε πείσμα των αποφάσεων του κόμματος. Και εδώ υπάρχει το εξής αξιοπερίεργο. Εάν ο Αλ. Τσίπρας αποφασίσει να ζητήσει από όσους θέλουν να τον ακολουθήσουν να παραιτηθούν του βουλευτικού αξιώματος, οι δύο αυτές ΚΟ θα διαλυθούν, με τη σημερινή τους μορφή, μέσα σε λίγες μέρες.
Και τι θα γίνει τότε; Οι έδρες θα δοθούν σε αναπληρωματικούς, οι οποίοι επίσης μπορεί να τις απαρνιούνται εάν επιθυμούν μια θέση στον Κήπο του Τσίπρα. Και το αποτέλεσμα μπορεί να είναι θεαματικό: οι έδρες θα καταλήγουν κυρίως σε στελέχη που παραμένουν στη Νέα Αριστερά και –πολύ λιγότερο– στο κόμμα Κασσελάκη, τα οποία το 2023 «γέμιζαν» τα ψηφοδέλτια. Το κόμμα του Γαβριήλ Σακελλαρίδη, το οποίο καταγράφεται σήμερα γύρω από το 1%, μπορεί να βρεθεί έτσι με περισσότερες από 20 ή 25 έδρες! Χωρίς να είναι σαφές ότι το κόμμα έχει κάποια ιδέα για το τι θα τις κάνει.
Εάν η στρατηγική του ήταν να κατέλθει μόνο τους στις εκλογές, το να βρεθεί με μια τέτοια πολυπληθή ομάδα στη Βουλή, έστω για λίγους μήνες ή εβδομάδες, θα μπορούσε να είναι μια τελευταία ευκαιρία. Αλλά κανείς δεν βάζει το χέρι του στη φωτιά ότι αυτή είναι η στρατηγική. Οπως και να ’χει, οι πρώτες μετρήσεις είναι εξαιρετικά αποθαρρυντικές για το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός «μικρού ΣΥΝασπισμού», που θα περιείχε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που δεν θα ακολουθούσαν τον Αλ. Τσίπρα, μαζί με τη Λούκα Κατσέλη, τον Νίκο Κοτζιά, τον Γ. Τσιρώνη των Πράσινων κ.ά.
Και είναι άγνωστο αν σε αυτόν θα αναγκάζονταν να μείνουν, εκτός από τους γνωστούς που δεν έχουν προορισμό την Ιθάκη (Παππάς, Πολάκης, Δούρου κ.ά.) και στελέχη της σημερινής πλειοψηφίας ή αν θα προσέλκυε και κάποια παλιά στελέχη της Νέας Αριστεράς.
Οπως όλα δείχνουν, τα «έπιπλα» του παλιού ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βρουν κάποιον να τα αξιοποιήσει πριν τις βουλευτικές εκλογές. Ως τότε, το κόμμα διαθέτει, εκτός από γραφεία, επαγγελματικά στελέχη και ΜΜΕ, περίπου επτά εκατομμύρια τον χρόνο κρατική επιχορήγηση.
Με την πρώτη δημοσκόπηση να δίνει στον ΣΥΡΙΖΑ ποσοστό 0,9% εάν κατέβει απέναντι στον Τσίπρα, όλη αυτή η προίκα αρχίζει να θυμίζει κάτι παλιά αρχοντικά που μένουν χωρίς κληρονόμο. Και η ιστορία της επιστροφής του Τσίπρα, την ιστορία με τον Χότζα και τον χωρικό που το σπίτι του φαινόταν μικρό, μέχρι να γίνει μικρότερο.
Protagon.gr, Γιάννης Ανδρουλιδάκης












