Porta Panagia (3)

panagos VasTου Βασίλη Πανάγου

Τα βήματα σέρνονται νωχελικά, κάτω από τον πυρωμένο ήλιο του καλοκαιριού. Γέρικα πλατάνια ρίχνουν απλόχερα  τη σκιά τους και σε τυλίγουν με ανάσες δροσιάς. Προχωρείς ανέμελα, ώσπου ξαφνικά βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τις γιγάντιες κορμοστασιές του Κόζιακα και του Ιτάμου, που συγκλίνουν απότομα σχηματίζοντας τη στενή  χαράδρα της Πόρτας.

Ένα δερβένι καλλωπισμένο με της φύσης τ’ ανεξίτηλα χρώματα και των ανθρώπων τα θαυμαστά έργα, σε προσκαλεί να το διαβείς. Μοναστήρια και ξωκλήσια, κάστρα και γεφύρια τοξωτά, νερόμυλοι, μαντάνια και νεροτριβές, πηγές με κρυστάλλινα νερά, καταρράκτες και σπηλιές, σε ταξιδεύουν σε τόπο ονειρεμένο. Κι όλα αυτά άρρηκτα συνδεδεμένα με μια ιστορία που ξεδιπλώνει τις πτυχές της, σε καθηλώνει και σε προκαλεί. Τα βήματά σου ακολουθούν οι  βλοσυρές όψεις των σκυθρωπών δέντρων.

Γκριζωποί βράχοι υψώνονται με το τιτάνιο ανάστημά τους  στο ξέφωτο του καταγάλανου ουρανού. Μοιάζουν με απόκοσμες  μορφές  μυθικών γιγάντων, δημιουργήματα ερωτικής συνύπαρξης τ’ Ουρανού και της Γαίας.  Ρυάκια κατρακυλούν  κελαριστά τη βουνοπλαγιά και λες πως είναι τα δάκρυα των Κενταύρων, που θρηνούν για την κακιά ώρα που τους έφερε στα φαράγγια των Αιθίκων, κυνηγημένους  από  τους Λαπίθες. Μπροστά σου απλώνεται το λιθόστρωτο καλντερίμι των καραβανιών, με τις  λαξεμένες πέτρες από τις πατημασιές των ταξιδευτών και τις οπλές των αλόγων.

Porta Panagia (2)

Κι αυτή η  εικόνα σε παρακινεί να αναζητήσεις τους αρχαίους ατραπούς. Τον μακρύ και επώδυνο δόμο που μετέφερε τους αρχαίους πολεμιστές από την Ήπειρο στη Θεσσαλία, μέσω της Αθαμανίας και της διάβασης των Μεγάλων Πυλών. Τότε, έρχονται στη μνήμη σου οι περιγραφές του Τίτο Λίβιο  για τον βασιλιά Αμύνανδρο, που εισέβαλε στη Φέκα και τους Γόμφους από των  Αθαμάνων τα βουνά. Για την πορεία που ακολούθησαν οι λεγεώνες του Βαιβίου, του Κράσσου, του Μάρκου Φίλιππου και του Καίσαρα. Κι αναλογίζεσαι τη λαχτάρα των καταπονημένων στρατιωτών, καθώς αντίκριζαν  από της Πόρτας τα στενά τα κίτρινα σταροχώραφα της Εστιαιώτιδας.

Στην είσοδο του μεγαλόπρεπου φαραγγιού, ο οικισμός της Πόρτας Παναγιάς προβάλει σαν ακοίμητος βιγλάτορας. Τα λιγοστά σπιτάκια με  τις κόκκινες σκεπές μοιάζουν με επίδοξους ορειβάτες, έτοιμους να σκαρφαλώσουν στη βραχώδη κορυφογραμμή του Κόζιακα. Χαλάσματα παλιών σπιτιών κείτονται σιωπηλά στην αχαλίνωτη ερημιά. Από μακριά ακούγεται η βουή του νερού που έρχεται σαν το κλάμα μιας ξεμωραμένης γριάς, για τα χρόνια που πέρασαν και για τις αγάπες που χάθηκαν.

Κανένα σημάδι, πια, δεν φανερώνει  την  αίγλη και την αρχοντιά της Μεγάλης Πόρτας.  Κι όσο κρατάνε αυτές οι στιγμές της αφόρητης μοναξιάς, με βαριά καρδιά αναστενάζεις, κι αναρωτιέσαι: ποιες πέτρες θα λύσουν τη σιωπή τους για να ακουστούν οι αγαπημένες λέξεις που σβήστηκαν στην αχλή των αιώνων; Μέρος απόκοσμο και μαγευτικό είναι η Πόρτα Παναγιά. Τόπος μυστηριακός, για να σαγηνεύει τις περιπλανώμενες ψυχές. Μια σταλιά γης, προορισμένη να υπηρετεί μούσες και αγίους.

Στις μέρες μας, ο μικρός οικισμός είναι γνωστός για τον περίλαμπρο ναό της Θεοτόκου. Ένα μνημείο ασύλληπτης ομορφιάς του  13ου αιώνα,  που φέρει τη σφραγίδα των Αγγέλων Κομνηνών. Η εκκλησιά με τ’ αρχαία και τα βυζαντινά της στολίδια, ακτινοβολεί με χάρη στα μάτια προσκυνητών και οδοιπόρων. Εδώ, υπήρχε κάποτε το φημισμένο μοναστήρι των Μεγάλων Πυλών, που κατείχε τίτλους και προνόμια αυτοκρατορικά. Με τη φροντίδα των κτητόρων του απέκτησε μεγάλη περιουσία και πλείστα αγαθά. Γνώρισε μέρες  δόξας και ακμής.

Όμως, ο χρόνος όλα τα δαμάζει και όλα τα κατανικά. Πλούτη και δόξα διασκορπίστηκαν από τούς ανέμους της ματαιότητας κι από τις θύελλες της οργής. Το λαμπρό μοναστήρι της “Ακαταμαχήτου” Θεοτόκου, έναν –μόλις- αιώνα από την ίδρυσή του, θα παρακμάσει και θα διαλυθεί. Ωστόσο, το καντήλι της εκκλησιάς παρέμεινε αναμμένο  και σε καιρούς χαλεπούς. Η Πόρτα Παναγιά υπήρξε για τους υπόδουλους χριστιανούς το καταφύγιο της πίστης και της ελπίδας.

Ο βυζαντινός ναός ανεγέρθηκε σε κρηπίδωμα παλιότερου κατεστραμμένου κτηρίου. Οι μεγάλες ορθογώνιες ασβεστολιθικές πέτρες και οι εντοιχισμένες μαρμάρινες στήλες με τις ανθεμωτές επιστέψεις, δηλώνουν την αρχαία του καταγωγή. Στον περίβολο υπάρχει διάσπαρτο δομικό  υλικό της αρχαίας και της βυζαντινή  εποχής. Κίονες και βάσεις, θραύσματα από επιστύλια, μετώπες και κεραμίδες σκορπισμένες, κείτονται στην απέριττη μοναξιά της χορταριασμένης γης. Νιώθεις τα σκιρτήματα των ακρωτηριασμένων μαρμάρων και σε συνεπαίρνει μέθεξη προγονική. Ψιθυρίσματα μιας ταπεινής εξομολόγησης που μιλάνε στην ψυχή.  Τρεις κίονες μονολιθικοί κείτονται καταγής, παραδομένοι στην περιφρόνηση.

Η περιέργεια σε παρακινεί να αναζητήσεις τη χαραγμένη επιγραφή ΤΩ ΚΤΙCAΝΤΕΙ ΕΙC ΑΠΟΛΑΥCΙΝ ΤΟΙC  ΒΟΥΛΟΜΕΝΟΙC”, που διάβασε ο J. L. Ussing το 1846 σε κάποιον από τους κίονες που στήριζαν τη στέγη του ναού. Γρήγορα, όμως, σε καταλαμβάνει η  αίσθηση της ήττας, καθώς αντιλαμβάνεσαι τη ματαιότητα του εγχειρήματος.  Το 1854, ανήμερα της πρωτοχρονιάς, τα ορμητικά νερά του ποταμού πλημμύρισαν το ναό. Οι έξι μονολιθικοί κίονες με τα διακοσμημένα κορινθιακά κιονόκρανα υποχώρησαν και το μεσαίο κλίτος της στέγης κατέρρευσε.

Κι αυτή η ζημιά της  εκκλησίας αποτελεί ένα δείγμα της καταστροφής που γνώρισε κατά το παρελθόν η Πόρτα Παναγιά.  Συλλογιέσαι ότι τ’ αρχαία κάλλη που κοσμούσαν -κάποτε- τον ναό θάφτηκαν για πάντα κάτω από τα λασπόνερα του Πορταϊκού, και κυριεύεσαι από αβάσταχτη οδύνη.

Porta Panagia (1)

Αρχαιολόγοι και περιηγητές των περασμένων αιώνων περπάτησαν τα χώματα της Μεγάλης Πόρτας. Με γλαφυρότητα περιγράφουν τον βυζαντινό ναό και τ’  απομεινάρια της αρχαίας τέχνης. Οι αναφορές τους για την ύπαρξη αρχαίου ιερού, αφιερωμένο σε κάποια άγνωστη θεσσαλική θεότητα,  αφυπνίζουν στοχασμούς. Μπαίνεις στον πειρασμό να συνταιριάξεις τη θεά Αθηνά  με τα αγέρωχα οχυρά του Αθήναιου που κείτονται στις μυτερές κορυφές του Ιτάμου, και φέρουν το όνομά της.

Ύστερα, το βλέμμα κατηφορίζει γοργά τη δασωμένη πλαγιά με τις καστανιές και τα πεύκα, ώσπου βυθίζεται στα επιβλητικά στενά  της Πόρτας.  Τότε, δοκιμάζεις να  συνδυάσεις τη σχέση της πανάρχαιας διάβασης με την Εννοδία, τη χθόνια θεσσαλική θεά των οδικών περασμάτων και των ταξιδιωτών. Σιωπηλό μεσημέρι, με τον ήλιο να σκαρφαλώνει τον ουρανό. Πουλιά τιτιβίζουν ερωτικά στους καταπράσινους κλώνους των δέντρων.

Κάπου – κάπου βουτάνε στα αναβλύζοντα νερά μιας πηγής  για να δροσίσουν τα φλογερά τους φτερά. Οι ανάσες των βουνών γνέφουν τις  φυλλωσιές των γέρικων πλατάνων.  Η  γαλήνη απλώνεται παντού λυτρωτικά, κι ένα ανάλαφρο συναίσθημα ευτυχίας σε κυριεύει. Νιώθεις πως είναι η κατάλληλη στιγμή για να ξεδιαλύνεις  τους μυστικούς  δεσμούς που κρύβονται ανάμεσα στον  ειδυλλιακό τόπο της Πόρτας Παναγιάς με το  αρχαιότερο -κατά τον Στράβωνα- Ασκληπιείο  της  Τρίκκης, τους Γόμφους, την Πιάλεια και τη Φέκα.

Ένα μυρωδάτο αεράκι  κατεβαίνει από την πλαγία του Κόζιακα, κι αμέσως υποθέτεις πως  είναι η ευωδία των βοτάνων που κουβαλούν οι ιερείς του Ασκληπιού, τούτες τις ηλιόλουστες μέρες του Αυγούστου. Στην άκρη του δρόμου κάποιοι  κίονες δωρικοί, κι ένας περίβολος μεσαιωνικός ξεπροβάλλουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου. Εικάζεις τη θέση ενός ναού αφιερωμένο στον Απόλλωνα ή την Άρτεμη, τη δίδυμη αδερφή του.

Γιατί, τα δικά τους τα ιερά  κατείχαν εξέχουσα θέση στα γνωστά ασκληπιεία  του αρχαίου κόσμου. Σύντομα, όμως, ένας χείμαρρος απογοήτευσης σε παρασέρνει, όσο προσπαθείς να ταυτίσεις τον αρχαίο  ναό  της Πόρτας Παναγιάς με τόσα θεϊκά ονόματα, περιφρονημένα από τους ανθρώπους.

Στη βόρεια πλευρά της εκκλησίας προβάλει μια εντοιχισμένη ανθεμωτή επίστεψη αρχαίας επιτύμβιας στήλης. Οι βυζαντινοί κτίστες φαίνεται ότι την τοποθέτησαν κοντά στην είσοδο του ναού ως είδος διακόσμησης, για να είναι ορατή από τους προσκυνητές. Κι αυτό το μαρμάρινο ανάγλυφο γίνεται η αφορμή για να στρέψεις το βλέμμα στις εξωτερικές επιφάνειες του ναού, αναζητώντας τις επιτύμβιες και αναθηματικές  στήλες που κατέγραψε το 1908 ο Γερμανός αρχαιολόγος Otto Kern. Διερευνάς  τις ορθογώνιες πέτρες που είναι κτισμένες οριζοντίως και καθέτως, με την αίσθηση ότι σε περιτριγυρίζουν οι αόρατες σκιές των νεκρών, λες και θέλουν να σε αποτρέψουν από αυτή την τολμηρή προσπάθεια.

Η είσοδος στον κυρίως ναό γίνεται από μια αψιδωτή στοά. Ένα κύμα δροσιάς σε τυλίγει καθώς εισέρχεσαι στην εκκλησία. Ο άτονος φωτισμός του χώρου και η ευωδιά των αναμμένων κεριών δημιουργούν  ατμόσφαιρα κατάνυξης. Έκπληξη και αμηχανία επικρατεί  καθώς το πόδι πατεί την επιτύμβια πλάκα που τοποθετήθηκε ως  πλατύσκαλο.

Είναι τόσο   φθαρμένη από τις πατημασιές των προσκυνητών, που με δυσκολία διακρίνεται το χαραγμένο όνομα “Κ Λ  Ο Μ Ε Ν Ε Ι Α” και οι δυο ανάγλυφοι ρόδακες. Αναρωτιέσαι ποια μοίρα έλαχε τη δύστυχη “Κλεομενεία” για να τη σκεπάζουν τ’ ανάλαφρα χώματα της Πόρτας Παναγιάς, κι ένα αφόρητο βάρος θλίψης και συμπόνιας σε καταπλακώνει. Στο βάθος της αίθουσας μια ηλιαχτίδα εισχωρεί από το τοξοειδές παραθύρι και λούζει με άπλετο  φως τις αγιογραφημένες μορφές των αγγελικών ταγμάτων. Το μαρμάρινο τέμπλο με τη γλυπτή διακόσμηση και οι θεσπέσιες ψηφιδωτές εικόνες λαμπιρίζουν κάτω από το αμυδρό φως του κρεμασμένου καντηλιού. Το σκηνικό διεγείρει τη φαντασία σου κι ακούς ψαλμούς και προσευχές, όπως τις βυζαντινές ημέρες.

Μια γλυκιά ζάλη σε καταβάλλει από την ευωδιά του λιβανιού, που διασκορπίζουν των μοναχών τα θυμιατήρια.  Στο Ιερό Βήμα ξεχωρίζει η τοιχογραφία με τους ιεράρχες.  Πρόσωπα ασκητικά, που εκφράζουν λιτότητα και ευγένεια. Στις εσωτερικές επιφάνειες διακρίνονται απομεινάρια κατεστραμμένων τοιχογραφιών. Πράγμα που φανερώνει την πλούσια αγιογράφηση που είχε κάποτε ο ναός.  Στη νότια πλευρά διακρίνεται ο λιτός τάφος του σεβαστοκράτορα  Ιωάννη Α΄ Άγγελου Κομνηνού. Η υπέροχη κτητορική τοιχογραφία προσελκύει την προσοχή σου.

Ο άλλοτε ισχυρός ηγεμόνας του θεσσαλικού κρατιδίου είναι ντυμένος μοναχός. Ένας άγγελος -ως προπομπός-  τον κρατάει από το χέρι και τον  οδηγεί προς τη Θεοτόκο. Στο γαλήνιο βλέμμα του αποτυπώνεται ο φόβος και η ψυχική συντριβή. Ένα ρίγος διαπερνά το κορμί, καθώς στο νου σου έρχεται  η υπενθύμιση που επέβαλε ο βασιλιάς Φίλιππος Β΄ στον εαυτό του:  “Μέμνησο ότι άνθρωπος ει” (να θυμάσαι ότι είσαι άνθρωπος).

Ο εξωνάρθηκας διαχωρίζεται από τον κυρίως ναό με μια μεγάλη είσοδο, και εμφανίζει μια εντελώς ξεχωριστή  αρχιτεκτονική.  Η τοιχοδομία του αποτελείται από μεγάλους ορθογώνιους και  τετραγωνισμένους ασβεστόλιθους. Τέσσερις ημικυλινδρικές κόγχες στηρίζουν το βαρύ φορτίο του υπερυψωμένου τρούλου, που μοιάζει με ουράνιο θόλο. Ο Αν. Ορλάνδος κατατάσσει τον εξωνάρθηκα σε κτίσμα μεταγενέστερο του κυρίως ναού. Αντιθέτως, ο καθηγητής Χαρ. Μπούρας, που το όνομά του συνδέθηκε με την αναστήλωση της Ακρόπολης, χαρακτηρίζει αυτό το κτίσμα παλιότερο.

Αν πράγματι ισχύει αυτή η άποψη, τότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι στη θέση του εξωνάρθηκα υπήρχε η παλαιοχριστιανική βασιλική που ένα μέρος του δομικού της υλικού προήρθε από το αρχαίο ιερό. Βάσεις κιόνων, επιστύλια, κιονόκρανα, και κάποια θραύσματα από μάρμαρο αρχαίο,  φυλάσσονται σε μια γωνιά του εξωνάρθηκα. Κι αυτό το θέαμα μαζί με τις καπνισμένες βυζαντινές τοιχογραφίες συνθέτει μια  αρμονική συνοχή. Στα μάτια του παρατηρητή απεικονίζονται οι αρχαίες καταβολές μιας λατρευτικής παράδοσης που διατηρήθηκε  αναλλοίωτη στον χρόνο.

Ο ναός της Πόρτας Παναγιάς είναι ένα σύνολο κομψότητας, αυθεντικής αρχοντιάς και προκλητικής γοητείας. Κυριαρχεί ο συνδυασμός γεωμετρικών σχημάτων με λιτές και απέριττες αρχιτεκτονικές γραμμές. Ευθείες και γωνίες σμίγουν αρμονικά και με απόλυτη συμμετρία, προσφέροντας ένα εξαίσιο θέαμα από πλευράς αισθητικής. Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι φτιαγμένος με τεχνική επιδεξιότητα. Οι απαλοί χρωματισμοί εμφανίζουν απλότητα και καθαρότητα που εντυπωσιάζει. Στο προαύλιο της εκκλησίας διακρίνονται κάποια επιχωματωμένα ερείπια, που ίσως χρησίμευαν ως κελιά των μοναχών. Ενώ, η στοά δυτικά του ναού  που οδηγούσε σε μια αρχαία κρήνη, μόνο με αρχαιολογική ανασκαφή θα μπορούσε να αποκαλυφθεί, κατά την άποψη του Αν. Ορλάνδου.

Ω! γη των Μεγάλων Πυλών,  εντέλει τι απέμεινε από τα περασμένα σου μεγαλεία;  Την προγονική σου ομορφιά νοσταλγούν οι άμοιροι εραστές του αρχαίου κάλλους. Με πόση συγκατάβαση προσμένουν η περιφρονημένη όψη των ερειπιώνων να αποκτήσει το θάμβος των παλιών ημερών, και ο λόγος των ποιητών να κυριαρχήσει;

Ω! ψυχή πλανεμένη, τι κρίμα που δεν λογάριασαν  τον ερχομό αυτών των βασανιστικών ημερών; Στο πολύβουο – άλλοτε- καλντερίμι επικρατεί απόλυτη ερημιά. Σίγησαν οι φωνές των εμπόρων και των πραματευτάδων, που το κατέκλυζαν  τις μέρες  του πανηγυριού. Μήτε εκείνο το σπαρακτικό κλάμα των ζώων ακούγεται από το ζωοπάζαρο της ποταμιάς. Σε σωρούς από  χαλάσματα σπιτιών καταχωνιάστηκαν χαρές και έρωτες, λύπες και θανατικά.

Κι ενόσω περπατάς αμέριμνα στις σκιερές διαδρομές του παρελθόντος. Ξάφνου, ανοίγονται  διάπλατα της ρέμβης τα πανιά, και όλα ζωντανεύουν. Τα χρώματα γίνονται έντονα, τα πρόσωπα γλυκαίνουν.  Γυναίκες πλένουν ρούχα στο κατηφορικό νερό της αυλακιάς. Ένα τσούρμο από παιδιά παίζει κυνηγητό στο μεγάλο αλώνι.  Στα χάνια ονειροπόλοι κυρατζήδες  μιλάνε για ταξίδια μακρινά, με του καπνού τη συντροφιά και του κρασιού τη ζάλη.

Κάπου μακριά, ένας τελάλης διαλαλεί το φονικό που έγινε για της Μαριώς τα μάτια. Καβάλα μπαίνουν στο χωριό οι πάνοπλοι σπαχήδες, για να εισπράξουνε δεκάτη και χαράτσια. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά κατηφορίζουν για το χοροστάσι του κάτω μαχαλά, όπου θ’ αρχίσει το γαμήλιο γλέντι. Τρανταχτά γέλια ακούγονται στον μύλο με τις πυκνόφυλλες μουριές της Αγιά Παρασκευής, που έχει στημένα τα τσαντίρια του χαρεμιού ο Σιλιχτάρ πασάς. Στο καραούλι της γέφυρας,  αρματωμένοι άνδρες του  Στουρνάρα παραφυλάνε της Πόρτας το δερβένι. Εικόνες άπειρες  έρχονται και φεύγουν  βιαστικά σαν ασπρόμαυρη ταινία του σινεμά.

Στον απάνω μαχαλά με τα δασιά πλατάνια, καραβάνια εμπόρων και κοπάδια με ζώα ξαποσταίνουν αντάμα σε μια όαση δροσιάς. Η παλιά κρυόβρυση τρέχει ακατάπαυστα, σιγομουρμουρίζοντας τις περιπέτειες των ταξιδευτών. Διάσπαρτες κεραμίδες και όστρακα ελληνιστικά προβάλουν ταπεινά ανάμεσα από τις κοφτερές πέτρες και  τις ρίζες των πουρναριών. Πάνω σε θραύσματα από μάρμαρα αρχαϊκά δυο σαύρες λιάζονται ράθυμα.

Κι ένα  πολύβουο μελισσολόι  χορεύει  γύρω από τον ανθό της λυγαριάς, της μέντας και της ρίγανης.  Νιώθεις υπνωτισμένος, λες και μεταμορφώθηκες  από το μαγικό ραβδί της Κίρκης. Τριγυρίζεις στα χαμένα, ανάμεσα από τα ανεξάλειπτα ίχνη ενός πολιτισμού που σε μεταφέρει  στον μαγευτικό κόσμο του παρελθόντος.  Κι όσο αναρωτιέσαι  για το που τελειώνουν οι μέρες των αρχαίων κι αρχίζουν εκείνες των βυζαντινών,  άλλο τόσο οι λογισμοί έρχονται και φεύγουν βιαστικά σαν σύννεφα παραδομένα στο έλεος των ουράνιων ανέμων.

Αποχωρίζεσαι την Πόρτα Παναγιά με την αίσθηση ότι εγκαταλείπεις ένα αγαπημένο σου πρόσωπο.  Κάπου – κάπου ρίχνεις μια στερνή ματιά για να χορτάσεις την ομορφιά ενός μνημείου απαράμιλλης γοητείας που σε ταξιδεύει στο χρόνο.  Τώρα, μονάχα η  υπερυψωμένη στέγη  της εκκλησιάς ξεχωρίζει πίσω από τη συστάδα των  δέντρων.

Απομακρύνεσαι, και σαν ριπή ανέμου ανακαλείς στη μνήμη τα λόγια του Πλούταρχου: “Κάθε έργο, ως προς την ομορφιά του γίνεται γρήγορα παλιό, αλλά με την τελειότητα της  τέχνης διατηρείται μέχρι σήμερα νέο. Πάνω τους ανθίζει ένα είδος νεότητας, φυλάγοντας την όψη τους άθικτη στον χρόνο. Αυτά τα έργα   δείχνουν να έχουν μέσα τους ένα πνεύμα αιώνια νέο και μια ψυχή ζυμωμένη με την Αθανασία”. Μάλλον,  το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τους ανθρώπους. Η αγάπη είναι κι αυτή μια μορφή τέχνης που προσφέρει γαλήνη και  ευτυχία. Δίνει χρώμα στην ψυχή και ωραιότητα στην όψη,  όσο κι αν γεράζει το σώμα.

(Οδοιπορικά, 2020)

Load More Related Articles
Load More In Βήμα των πολιτών

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Check Also

Με ασφάλεια και προστασία ξανά προβολές στον Δημοτικό Κινηματογράφο Τρικάλων

Η κινηματογραφική λατρεία συνεχίζεται από τον Δημοτικό Κινηματογράφο Τρικάλων. Με λήψη όλω…