Τι είναι ο Long χανταϊός (Long Hantavirus) και τη σχέση έχει με τη Long COVID; Τι αποκαλύπτει νέα επιστημονική έρευνα;
Ο χανταϊός εξελίχθηκε σε θρίλερ. Ο φόβος έχει ενταθεί το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα μετά τα πρόσφατα περιστατικά που καταγράφηκαν σε κρουαζιερόπλοιο. Δύο στοιχεία φαίνεται να προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία στους ειδικούς αλλά και στο κοινό: η μεγάλη περίοδος επώασης του ιού –που μπορεί να φτάσει έως και τις οκτώ εβδομάδες– και το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο αντιικό φάρμακο ή εμβόλιο.
Παρότι το συγκεκριμένο στέλεχος του χανταϊού, γνωστό ως «στέλεχος των Άνδεων», δεν θεωρείται νέος ιός, οι επιστήμονες εξετάζουν πλέον ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα σημαντικό ερώτημα: μπορεί η λοίμωξη να αφήνει πίσω της επίμονα συμπτώματα, παρόμοια με εκείνα της long COVID;
Τι είναι ο χανταϊός και γιατί προκαλεί ανησυχία
Οι χανταϊοί είναι μια ομάδα ιών που μεταδίδονται κυρίως μέσω τρωκτικών. Οι άνθρωποι μπορεί να μολυνθούν όταν έρθουν σε επαφή με ούρα, σάλιο ή περιττώματα μολυσμένων ζώων, συνήθως μέσω εισπνοής μολυσμένων σωματιδίων στον αέρα.
Το στέλεχος των Άνδεων, που εντοπίζεται κυρίως στη Νότια Αμερική, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσει το Καρδιοπνευμονικό Σύνδρομο από Χανταϊό (HCPS), μια σοβαρή νόσο που επηρεάζει κυρίως τους πνεύμονες και την καρδιά.
Η θνησιμότητα του HCPS μπορεί να φτάσει ακόμη και το 50%, γι’ αυτό και η έγκαιρη νοσηλεία και η υποστήριξη σε μονάδα εντατικής θεραπείας είναι καθοριστικής σημασίας.
Ωστόσο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει διευκρινίσει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως ο χανταϊός θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πανδημία αντίστοιχη με την COVID-19.
Υπάρχει «long χανταϊός»;
Η εμπειρία της πανδημίας άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες μελετούν τις λοιμώξεις. Πλέον, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο στην οξεία φάση της νόσου, αλλά και στις πιθανές μακροχρόνιες επιπτώσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, ερευνητές από το Pontificia Universidad Católica de Chile παρακολούθησαν 21 ασθενείς που είχαν νοσήσει από το στέλεχος των Άνδεων, για διάστημα τριών έως έξι μηνών μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο.
Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν οι επιζώντες εμφάνιζαν επίμονα προβλήματα υγείας, αντίστοιχα με εκείνα που παρατηρούνται στη λεγόμενη long COVID.
Οι ασθενείς χωρίστηκαν ανάλογα με τη σοβαρότητα της νόσου και το αν χρειάστηκαν εξωσωματική οξυγόνωση μεμβρανών (ECMO), μια εξειδικευμένη μέθοδο υποστήριξης της καρδιάς και των πνευμόνων που εφαρμόζεται σε εξαιρετικά κρίσιμες περιπτώσεις.
Τα συμπτώματα που επέμεναν μήνες μετά
Τα αποτελέσματα της μελέτης που δημοσιεύθηκε στo επιστημονικό περιοδικό Viruses ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά.
Όλοι οι ασθενείς συνέχιζαν να εμφανίζουν τουλάχιστον ένα σύμπτωμα τρεις έως έξι μήνες μετά τη λοίμωξη. Περισσότερο από το 60% δήλωσε ότι δεν είχε αναρρώσει πλήρως, ενώ κατά μέσο όρο κάθε ασθενής ανέφερε 11 έως 12 επίμονα συμπτώματα.
Τα συχνότερα προβλήματα περιλάμβαναν:
- έντονη κόπωση
- αϋπνία
- άγχος
- προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης
- εφιάλτες
- αισθητηριακές διαταραχές
- κινητικές δυσκολίες
- ταχυκαρδία
- τριχόπτωση
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι επίμονα συμπτώματα εμφάνισαν όχι μόνο οι βαριά νοσούντες αλλά και άτομα με ηπιότερη νόσο.
Αυτό υποδηλώνει ότι η παρατεταμένη ανάρρωση πιθανόν σχετίζεται με την ίδια τη λοίμωξη και όχι αποκλειστικά με τη σοβαρή νοσηλεία ή τις επεμβατικές θεραπείες.
Η καθημερινότητα μετά τη νόσο
Η επιστροφή στην κανονικότητα αποδείχθηκε δύσκολη για πολλούς ασθενείς.
Σχεδόν ένας στους πέντε δεν είχε επιστρέψει στην εργασία ή στις σπουδές του ακόμη και έξι μήνες μετά τη νόσηση. Όσοι επανήλθαν χρειάστηκαν περίπου τρεισήμισι μήνες κατά μέσο όρο για να προσαρμοστούν ξανά στην καθημερινότητά τους, ενώ αρκετοί ανέφεραν μειωμένη απόδοση και δυσκολίες συγκέντρωσης.
Παράλληλα, πολλοί ασθενείς κατέφυγαν σε φάρμακα χωρίς ιατρική συνταγή –όπως παυσίπονα, υπνωτικά σκευάσματα και βιταμίνες– προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν τα επίμονα συμπτώματα.
Οι ερευνητές κατέγραψαν επίσης περιστατικά κοινωνικού στιγματισμού. Αρκετοί ασθενείς δήλωσαν ότι βίωσαν φόβο και αποστασιοποίηση στον εργασιακό ή σχολικό χώρο, εξαιτίας της σύνδεσης της νόσου με τα τρωκτικά.
Τι τονίζουν πλέον οι επιστήμονες
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η αντιμετώπιση του χανταϊού δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη διάσωση του ασθενούς κατά την οξεία φάση.
Όπως συνέβη και με τη long COVID, γίνεται ολοένα πιο σαφές ότι ορισμένες ιογενείς λοιμώξεις μπορεί να αφήσουν μακροχρόνιες επιπτώσεις στο σώμα, το νευρικό σύστημα και την ψυχική υγεία.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές ζητούν:
- συστηματική παρακολούθηση των ασθενών μετά το εξιτήριο
- πολυεπιστημονική αποκατάσταση
- ψυχολογική υποστήριξη
- καλύτερη ενημέρωση του κοινού
- μείωση του κοινωνικού στιγματισμού
Η εμπειρία από τον χανταϊό δείχνει ότι η ανάρρωση από μια σοβαρή λοίμωξη δεν ολοκληρώνεται απαραίτητα όταν ο ασθενής φύγει από το νοσοκομείο. Για αρκετούς ανθρώπους, η πραγματική μάχη φαίνεται να συνεχίζεται για μήνες μετά.
vita.gr












