Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑρχικήΠολιτικάΗ ελληνική αντεπίθεση στην Ανατολική Μεσόγειο. Οριοθετήσεις, ενέργεια και η μάχη για...

Η ελληνική αντεπίθεση στην Ανατολική Μεσόγειο. Οριοθετήσεις, ενέργεια και η μάχη για τη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική

- Διαφημήσεις -
- Διαφημήσεις -

Στιγμιότυπο από την εθνική άσκηση «ΚΑΤΑΙΓΙΣ 26» του Πολεμικού Ναυτικού στο Αιγαίο. (ΓΕΝ/ EUROKINISSI)

Για χρόνια, η ελληνική εξωτερική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο είχε ως βασικό χαρακτηριστικό την ανάγκη διαχείρισης μιας πραγματικότητας που συχνά διαμορφωνόταν αλλού. Η Αθήνα καλούνταν να απαντήσει σε τουρκικές διεκδικήσεις, χάρτες, συμφωνίες και μονομερείς κινήσεις, υπερασπιζόμενη κάθε φορά το Διεθνές Δίκαιο και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, χωρίς πάντοτε να διαθέτει την πολυτέλεια να επιλέγει η ίδια το πεδίο και τον χρόνο της αντιπαράθεσης. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, αρχίζει να αλλάζει, καθώς η Ελλάδα επιχειρεί πλέον να μετακινηθεί από τη λογική της αντίδρασης στη λογική της διαμόρφωσης των ίδιων των δεδομένων μέσα στα οποία θα κινηθούν οι επόμενες εξελίξεις.

Η μεταβολή αυτή δεν συνιστά μία μεμονωμένη διπλωματική πρωτοβουλία, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο συμφωνία ή σε ένα ενεργειακό έργο. Πρόκειται περισσότερο για τη σταδιακή σύνδεση διαφορετικών εργαλείων ισχύος, των θαλασσίων οριοθετήσεων, του Διεθνούς Δικαίου, της διπλωματίας, της ενέργειας, των υποδομών, των επενδύσεων και των περιφερειακών συνεργασιών, σε μια ευρύτερη στρατηγική, η οποία εκτείνεται από το Ιόνιο και την Αδριατική μέχρι την Κρήτη, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Κύπρο και το Ισραήλ. Η ουσία αυτής της μετατόπισης βρίσκεται στο ότι η Ελλάδα επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφία της όχι ως παράγοντα που δημιουργεί ευαλωτότητες, αλλά ως πηγή στρατηγικής αξίας.

Στην καρδιά αυτής της προσπάθειας εξακολουθεί να βρίσκεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο η Αθήνα θεωρεί νομικά ανίσχυρο έναντι της Ελλάδας και ασύμβατο με τα δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Το βασικό πρόβλημα για την ελληνική πλευρά δεν είναι απλώς η ύπαρξη μιας διμερούς συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, αλλά η προσπάθεια χάραξης μιας θαλάσσιας σχέσης μεταξύ δύο κρατών κατά τρόπο που, από την ελληνική σκοπιά, παρακάμπτει την παρουσία και τα δικαιώματα ελληνικών νησιών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Κρήτη. Μια διμερής συμφωνία, ωστόσο, δεν μπορεί από μόνη της να δεσμεύσει ένα τρίτο κράτος που δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος, ούτε να εξαφανίσει δικαιώματα που η Ελλάδα θεωρεί ότι απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας.

Η ελληνική απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια διαρκή αντιπαράθεση χαρτών, διότι ένας χάρτης μπορεί να αμφισβητηθεί από έναν άλλο χάρτη, ενώ ένα πολιτικό τετελεσμένο μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια ακόμη πολιτική διαμαρτυρία χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά ο συσχετισμός. Πολύ πιο σημαντική είναι η δημιουργία πραγματικών νομικών, διπλωματικών, οικονομικών και στρατηγικών δεδομένων, μέσα από συμφωνίες που γίνονται αποδεκτές από τα συμβαλλόμενα κράτη, μέσα από διεθνείς θεσμούς και μέσα από υποδομές που δημιουργούν μακροχρόνιες σχέσεις αλληλεξάρτησης.

Η συμφωνία Ελλάδας–Ιταλίας και η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου το 2020 έχουν επομένως ιδιαίτερη σημασία, όχι επειδή δεσμεύουν τρίτα κράτη, αλλά επειδή αποδεικνύουν στην πράξη ότι η Ελλάδα επιλέγει να αντιμετωπίσει τις θαλάσσιες διαφορές μέσα από συμφωνημένες διαδικασίες και τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Η Τουρκία ασφαλώς μπορεί να αξιολογεί διαφορετικά τις συγκεκριμένες συμφωνίες και να τις χρησιμοποιεί στη δική της επιχειρηματολογία, όμως δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος τους και συνεπώς δεν δεσμεύεται από αυτές. Η αξία τους για την Αθήνα βρίσκεται πρωτίστως στο γεγονός ότι ενισχύουν μια συνεπή ελληνική πρακτική οριοθέτησης με γειτονικά κράτη.

Στο Ιόνιο, η ανοικτή διαδικασία με την Αλβανία υπενθυμίζει ότι αυτή η στρατηγική δεν είναι ούτε ολοκληρωμένη ούτε χωρίς δυσκολίες. Η συμφωνία του 2009 δεν τέθηκε σε ισχύ μετά την απόφαση του Αλβανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου το 2010 και η υπόθεση οδηγήθηκε στη συνέχεια προς τη διεθνή δικαιοδοσία, γεγονός που δείχνει ότι η ελληνική επιλογή δεν είναι να παρουσιάσει μια εικόνα τετελεσμένων, αλλά να αξιοποιήσει διαφορετικά εργαλεία ανάλογα με την περίπτωση. Όπου υπάρχει δυνατότητα διμερούς συμφωνίας, η διαπραγμάτευση παραμένει το προτιμητέο εργαλείο. Όπου αυτή δεν καθίσταται δυνατή, το Διεθνές Δικαστήριο και οι διεθνείς θεσμοί μπορούν να αποτελέσουν το επόμενο βήμα.

Η Λιβύη αποτελεί, υπό αυτή την έννοια, το κρίσιμο επόμενο πεδίο. Η προσπάθεια της Αθήνας να συνομιλήσει απευθείας με τη λιβυκή πλευρά για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών έχει στρατηγική σημασία ακριβώς επειδή δημιουργεί μια εναλλακτική διαδικασία απέναντι στη λογική ότι η θαλάσσια περιοχή νότια της Κρήτης πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα του τουρκολιβυκού μνημονίου. Οι συνομιλίες ασφαλώς δεν συνιστούν συμφωνία και δεν εξαφανίζουν τις διαφορές, δημιουργούν όμως ένα πολιτικό και διπλωματικό πεδίο στο οποίο η Αθήνα μπορεί να υποστηρίξει έμπρακτα ότι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών πρέπει να προκύπτει από συμφωνία των ενδιαφερομένων κρατών ή από διαδικασία που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο και όχι από μια προηγούμενη διμερή διευθέτηση στην οποία η Ελλάδα δεν συμμετείχε.

Η πολυπλοκότητα της Λιβύης επιβάλλει ταυτόχρονα στην Αθήνα να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τις διαφορετικές πολιτικές και θεσμικές πραγματικότητες της χώρας, χωρίς να συγχέει την ευρύτερη πολιτική της παρουσία στη Λιβύη με την επίσημη διαδικασία οριοθέτησης. Η Τρίπολη αποτελεί τον θεσμικό συνομιλητή για τη συγκεκριμένη διαδικασία, ενώ η ανατολική Λιβύη και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες που συνδέονται με τη Βεγγάζη αποτελούν μέρος μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί να αγνοηθεί στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Η συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή οι λιβυκές θαλάσσιες αξιώσεις δεν συναντούν αντιδράσεις μόνο από την Ελλάδα. Η Αίγυπτος έχει επίσης λόγους να προστατεύει τα δικά της συμφέροντα, ενώ Ιταλία και Τυνησία έχουν τις δικές τους θέσεις και επιδιώξεις στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται, επομένως, να επιδιώξει έναν τεχνητό «αντιλιβυκό άξονα» ούτε να παρουσιάσει διαφορετικές χώρες ως τμήματα ενός ενιαίου μετώπου. Αρκεί η σύμπτωση συγκεκριμένων συμφερόντων γύρω από την ανάγκη οι θαλάσσιες διαφορές να αντιμετωπίζονται μέσα από κανόνες και συμφωνημένες διαδικασίες, ώστε το ζήτημα να μετακινείται από τη στενή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο.

Η Αίγυπτος έχει εδώ ιδιαίτερη βαρύτητα. Η συμφωνία του 2020 δεν αποτελεί απλώς μια διμερή πράξη οριοθέτησης, αλλά αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε μια πολύ ευρύτερη σχέση στους τομείς της ενέργειας, της ασφάλειας και της περιφερειακής συνεργασίας. Το Κάιρο δεν υιοθετεί τις ελληνικές θέσεις επειδή υπηρετεί την Αθήνα, αλλά επειδή υπερασπίζεται τα δικά του συμφέροντα, και ακριβώς αυτή η ανεξάρτητη αιγυπτιακή στρατηγική καθιστά πιο σημαντική κάθε πραγματική σύμπτωση συμφερόντων με την Ελλάδα.

Σε αυτό το σημείο, η γεωπολιτική συζήτηση περνά αναπόφευκτα από τις θαλάσσιες ζώνες στην ενέργεια, διότι οι θαλάσσιες περιοχές δεν είναι απλώς γραμμές πάνω σε χάρτες, αλλά χώροι στους οποίους συναντώνται δικαιώματα, οικονομικά συμφέροντα, φυσικοί πόροι, επενδύσεις, υποδομές και στρατηγικές διαδρομές. Όσο περισσότερο η Ελλάδα καταφέρνει να συνδέει τη γεωγραφία της με πραγματικά οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα, τόσο περισσότερο μετατρέπει τη θέση της στον χάρτη από ενδεχόμενο μειονέκτημα σε εργαλείο ισχύος.

huffingtonpost.gr

- Διαφημήσεις -
Epilogi-banner
TEl-Panagiotu Xristakos-Aimilios-Nea A-Adamopoulos Tziortziotis-gif tegos-teletes
- Διαφημήσεις -
Pallantza-B-NEO Kalyvas-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%83 TIMBRADOS-Giotas-S Balkizas Kelari-gif
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
- Διαφημήσεις -

Δημοφιλέστερα