Την ανάγκη αναμόρφωσης του Εξοικονομώ, με τη δημιουργία ενός νέου δείκτη θερμικής ευαλωτότητας πρότεινε ο πρόεδρος του ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδας, επισημαίνοντας αποτυχία του προγράμματος, που σχεδιάστηκε ως βασικό εργαλείο για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των νοικοκυριών και την αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος. Και παρουσίασε αποκαλυπτικά στοιχεία για την ενεργειακή φτώχεια και την ενεργειακή ακρίβεια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, επισημαίνοντας παράλληλα καθυστερήσεις σε ενεργειακά έργα.
Σαφές μήνυμα για την ανάγκη ριζικής επανεξέτασης της ενεργειακής πολιτικής έστειλε ο πρόεδρος του ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδας Βαγγέλης Καραχάλιος κατά την εναρκτήρια ομιλία του στο 15ο Forum Ενέργειας στην Πάτρα, παρουσιάζοντας στοιχεία που, όπως ανέφερε, αποτυπώνουν «μια ζοφερή πραγματικότητα» για τα νοικοκυριά και την παραγωγή.
Όπως υπογράμμισε, «η ενέργεια σήμερα δεν είναι ένας λογαριασμός. Είναι όρος αξιοπρεπούς διαβίωσης, όρος παραγωγικής επιβίωσης, όρος κοινωνικής συνοχής». Για τον λόγο αυτό, σημείωσε, η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται «ούτε ως επικοινωνιακό ζήτημα ούτε ως μια τεχνική λεπτομέρεια που αφορά τους ειδικούς», αλλά αποτελεί «ένα βαθιά κοινωνικό, αναπτυξιακό και θεσμικό ζήτημα».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «η χώρα δεν χρειάζεται πλέον αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται ένα συνολικό ενεργειακό σχέδιο».

Τα στοιχεία της ενεργειακής φτώχειας
Τα επίσημα δεδομένα που παρουσίασε ο πρόεδρος του ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδας σκιαγραφούν μια ιδιαίτερα δύσκολη κοινωνική εικόνα. Την περίοδο 2019 έως 2024 ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα βρίσκεται στο 27,6%, ενώ η υπερφόρτωση του κόστους στέγασης φτάνει το 32,5%.
Την ίδια στιγμή οι ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας αγγίζουν το 32%. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 42,3% για πολίτες άνω των 65 ετών και φτάνει στο 45,1% για τις μονογονεϊκές οικογένειες.
«Αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάτι πάρα πολύ συγκεκριμένο», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Το ενεργειακό κόστος λειτουργεί πλέον ως πολλαπλασιαστής και επιταχυντής κοινωνικής ανισότητας».
Η εικόνα στη Δυτική Ελλάδα είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 30,3% των νοικοκυριών αδυνατεί να εξασφαλίσει επαρκή θέρμανση, ποσοστό που είναι 11 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο. Στα φτωχά νοικοκυριά το ποσοστό εκτοξεύεται στο 58,9%.
«Στη Δυτική Ελλάδα η ενεργειακή κρίση δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι βίωμα, είναι καθημερινότητα, είναι υλικός περιορισμός της ζωής των ανθρώπων», τόνισε.
Οι αυξήσεις στο ρεύμα και η πίεση στην αγορά
Αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν για την πορεία των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Στο οικιακό ρεύμα, χωρίς φόρους και τέλη, για την κατανάλωση από 1000 έως 2499 κιλοβατώρες, η τιμή αυξήθηκε από 0,1429 σε 0,2477 ευρώ ανά κιλοβατώρα, δηλαδή κατά 73,3%. Την ίδια περίοδο ο μέσος όρος αύξησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 55,2%.
«Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα ευρωπαϊκό κύμα ακρίβειας αλλά για μια ελληνική επιδείνωση που έχει δομικά χαρακτηριστικά», σημείωσε ο ομιλητής.
Στο πλαίσιο αυτό έθεσε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων:
-Γιατί περισσότερο από 3,2 εκατομμύρια νοικοκυριά παραμένουν εγκλωβισμένα στα λεγόμενα πράσινα τιμολόγια.
-Γιατί καθυστερεί η ανάπτυξη των έξυπνων μετρητών. Και
-Γιατί το κόστος από τις ρευματοκλοπές, που υπερβαίνει τα 400 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, μεταφέρεται τελικά στους συνεπείς καταναλωτές.
«Δεν μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερη αγορά όταν ο πολίτης δεν έχει πραγματική διαφάνεια και δυνατότητα επιλογής», υπογράμμισε.
Το ενεργειακό κόστος πλήττει τη βιομηχανία
Η εικόνα είναι ακόμη πιο πιεστική για την παραγωγή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο ομιλητής, η τιμή ρεύματος για τη μικρομεσαία βιομηχανική κατανάλωση αυξήθηκε την περίοδο 2020 έως 2025 κατά 86%.
Ο πρόεδρος του ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδας έθεσε το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής, σημειώνοντας ότι το ενεργειακό κόστος λειτουργεί πλέον ως σοβαρός αναπτυξιακός φραγμός για την περιφέρεια.
«Ποια ανταγωνιστικότητα μπορεί να έχει η ελληνική μεταποίηση; Πώς μπορεί να σταθεί η μικρομεσαία επιχείρηση στο διεθνοποιημένο περιβάλλον; Πώς θα παραμείνει η παραγωγή στην περιφέρεια όταν το ενεργειακό κόστος λειτουργεί ως περιφερειακός αναπτυξιακός φραγμός;», διερωτήθηκε.
Όπως τόνισε, «η ενεργειακή πολιτική δεν είναι απλώς μια κοινωνική πολιτική. Είναι και πρέπει να είναι βιομηχανική πολιτική, περιφερειακή πολιτική και πολιτική ουσιαστικής παραγωγικής ανασυγκρότησης».
Οι ελλείψεις σε δίκτυα και αποθήκευση
Σημαντικά προβλήματα καταγράφονται και στο επίπεδο των ενεργειακών υποδομών. Οι περικοπές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έφτασαν το 2024 τις 900 γιγαβατώρες και εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τις 2.000 γιγαβατώρες το 2025. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στην κατανάλωση 500.000 νοικοκυριών, δηλαδή σε μια μικρή Δυτική Ελλάδα.
-«Σε μια περίοδο ενεργειακής ανασφάλειας η χώρα εξακολουθεί να χάνει καθαρή ενέργεια», σημείωσε, εξηγώντας ότι αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχουν προχωρήσει με την απαιτούμενη ταχύτητα τα δίκτυα, η αποθήκευση και η έξυπνη διαχείριση του συστήματος.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «χώρα χωρίς δίκτυα δεν μπορεί να μιλά για πράσινη μετάβαση. Χώρα χωρίς αποθήκευση δεν μπορεί να μιλά για σταθερότητα. Και χώρα χωρίς έξυπνους μετρητές δεν μπορεί να μιλά για εξοικονόμηση με όρους δικαιοσύνης».
Η αποτυχία του «Εξοικονομώ»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο πρόγραμμα «Εξοικονομώ», το οποίο, όπως είπε, θα έπρεπε να αποτελεί βασικό εργαλείο μόνιμης μείωσης του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν σημαντικές αδυναμίες. Σχεδόν οι μισές αιτήσεις εγκαταλείπονται και το ποσοστό υλοποίησης παραμένει μόλις στο 52%.
«Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων χωρίς μια ολοκληρωμένη στρατηγική θερμικής ευαλωτότητας», ανέφερε.
Η πρόταση για νέο δείκτη θερμικής ευαλωτότητας
Στο πλαίσιο αυτό ο πρόεδρος του ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδας πρότεινε να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για τη δημιουργία ενός νέου δείκτη θερμικής ευαλωτότητας. Ο δείκτης αυτός, όπως εξήγησε, θα πρέπει να συνδυάζει κλιματικά δεδομένα, την ποιότητα των κτιρίων και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των νοικοκυριών.
«Άλλες είναι οι ανάγκες της Πάτρας, άλλες της Κρήτης και άλλες των Σερρών», σημείωσε, τονίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει δίκαιη ιεράρχηση των παρεμβάσεων.
«Μόνο έτσι μπορούμε να περάσουμε από μια οριζόντια λογική σε μια λογική δικαίας ιεράρχησης που θα προβλέπει πρώτα τα πιο ενεργοβόρα σπίτια και πρώτα τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά», υπογράμμισε.
Ενεργειακές κοινότητες και ενεργειακή δημοκρατία
Στην ομιλία του έθιξε και το ζήτημα των ενεργειακών κοινοτήτων. Όπως ανέφερε, σήμερα λιγότερες από 25 λειτουργούν με πραγματικά ανοιχτά δεδομένα για το κοινωνικό σύνολο, ενώ περισσότερες από 1.700 λειτουργούν ουσιαστικά ως εμπορικές δομές.
«Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι πράσινη μετάβαση για λίγους», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, κάλεσε τους εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων να απαντήσουν πώς ορίζουν την ενεργειακή δημοκρατία, θέτοντας το ερώτημα:
– «Τη βλέπουμε ως απλή επιδότηση και συγκυριακή διαχείριση της καθημερινότητας ή ως μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους με δομικές παρεμβάσεις, θεσμικούς κανόνες, λογοδοσία και προτεραιότητα στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά;».
ecopress.gr










