Τρίτη, 16 Ιουνίου, 2026

Μεσολόγγι 1826-2026: 200 Χρόνια Μνήμης και Τιμής από την ηρωική Έξοδο και τον θάνατο του Νικόλαου Στορνάρη

- Διαφημήσεις -
- Διαφημήσεις -

Άρθρο του Βασίλη Γ. Πανάγου 

Ο Νικόλαος Στορνάρης, υπήρξε αναμφισβήτητα  μία από τις ηρωικότερες  μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ήταν γόνος της ιστορικής οικογένειας των Στορναραίων με καταγωγή  το χωριό Κούτσαινα (Στουρναραίικα). Το 1812, μετά τον θάνατο του πατέρα του Ευθυμίου, έγινε καπετάνιος στην ορεινή περιοχή δυτικά των Τρικάλων (Ασπροπόταμο), σε ηλικία 37 ετών.

Ο Στορνάρης ήταν χαρισματική  προσωπικότητα, και διακρινόταν για τη φρόνηση, τη φιλοπατρία και την ανδρεία του. Κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση του λαού με την απλότητα και την ηθική του ακεραιότητα. Ο Κασομούλης τον χαρακτηρίζει «ἐνάρετο καί σεβαστό, ποῦ εἶχε τήν ὑπόληψη ὃλων τῶν ἀρχαίων καπεταναίων καί πολιτῶν». Διέθετε διοικητικές  και στρατιωτικές ικανότητες, και διαχειριζόταν τα ζητήματα του αρματολικιού του με διπλωματική οξυδέκεια. Άλλοτε με συμμαχίες κι άλλοτε με την επιβολή των όπλων, μετέτρεψε το αρματολίκι του Ασπροποτάμου σ’ ένα από τα σημαντικότερα της Ρούμελης.

Ο Στορνάρης συγκρούστηκε με τους κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι συχνά κατηγορούνταν για «φιλοτουρκικά αισθήματα»  προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους.  Ο καπετάν Στορνάρης αφηγείται στον Κασομούλη: «Τά δίκαια τῶν προεστῶν τά καταπάτησα κετέχων <ἐκ τούτου> πολιτικήν <ἀλλά> καί πολεμικήν θέσιν. Ἀφ’ ὃτου ἐπαναστατήσαμεν, ἐτζακίσθη ὃλως διόλου ἡ <προεστική> χουλιάρα των, καί μένει εἰς ἡμᾶς <τούς στρατιωτικούς> πλέον νά ἀποφασίζωμεν, καί <ἂλλη> καμμία ἐλπίς δέν τούς μένει»

Το 1820, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αλή πασά στα Γιάννενα από τα στρατεύματα του Πασόμπεη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Εξιστορεί ο καπετάνιος  στον Κασομούλη γι’ αυτή την κατήχηση, που άλλαξε τη στάση του στον αγώνα: «Μένει ἂλλοτε νά σέ διηγηθῶ ἒπειτα πόσα ἐκάμαμεν μέ τόν Μάρκον Μπότζιαρην καί λοιπούς εἰς Ἰωάννινα, ἀφοῦ ἐλάβομεν τό πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως <καί ἀπεφασίσαμεν> νά ἐκπληρώσωμεν τούς ὃρκους μας».

Τον Ιανουάριο του 1821, ο Στορνάρης βρέθηκε στη Λευκάδα με αρκετούς οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας (Ανδρούτσο, Καραϊσκάκη, Πανουργιά, Βαρνακιώτη, Μακρή, κ.α.). Στη σύσκεψη που έγινε στο σπίτι του Ιωάννη Ζαμπέλιου, υπό την καθοδήγηση της Φιλικής Εταιρείας, αναγγέλθηκε η 25η Μαρτίου ως η μέρα έναρξης του ένοπλου αγώνα. Η είδηση αυτή έγινε δεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό από τους καπεταναίους. Αναφέρει ο Ζαμπέλιος: «Γονυπετεῖς καί δακρύοντες ὃλοι παρακάλεσαν τόν Δημιουργόν νά σώση τήν ἀνεγειρομένη Ἑλλάδα καί νά στεφανώση τό ἒργο των μέ τήν θείαν χάριν».

Μετά τη μυστική συνάντηση επέστρεψε στο αρματολίκι του.   Διέδωσε το χαρμόσυνο γεγονός στους συνεργάτες του και ξεκίνησε την προετοιμασία για την εξέγερση. Στις 5 Ιουλίου 1821 στρατοπέδευσε στην Πόρτα, και ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης. Ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην πόλη των Τρικάλων να την ελευθερώσει από τους Τούρκους, και ζήτησε τη βοήθεια του οπλαρχηγού των Αγράφων Σταμούλη Γάτσο. Αυτός, όμως, συνθηκολόγησε με τους Τούρκους και ετοιμαζόταν να χτυπήσει τους επαναστάτες πισώπλατα. Έτσι, το σχέδιο της επίθεσης ναυάγησε κι αποφάσισε να οχυρωθεί στην Πόρτα με σκοπό να αποτρέψει την εισβολή του εχθρού. Στήριγμα στην επαναστατική του δράση είχε τον γαμπρό του Γρηγόρη Λιακατά, καπετάνιο του Κλεινοβού, τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο, και τον Νάσο Μάνταλο οπλαρχηγό των Χασίων.

Οι εχθρικές επιθέσεις αρχικά ανακόπηκαν με επιτυχία από τους εξεγερμένους Έλληνες. Στις 29ης Ιουλίου 1821, εμφανίστηκαν  στην Πόρτα 2000 πεζοί και ιππείς Τουρκαλβανοί στρατιώτες, με δύο κανόνια. Ακολούθησε σκληρή μάχη που κράτησε μια ολόκληρη μέρα. Γράφει ο Ι. Φιλήμων: «ὁ Στορνάρης ἀντιπολέμησεν καθ’ ὃλην ἐκείνην την ἡμέραν, ὀλίγα ζημιωθείς». Όμως, η κατάπνιξη της επανάστασης στα Τζουμέρκα από τον Ιμπραήμ Πρεμέτη, και ο έλεγχος των οδικών διαβάσεων της Πίνδου από τους Τούρκους, ανάγκασαν τους επαναστατημένους Έλληνες να οπισθοχωρήσουν προς Κόρπ και περτουλώτικα λιβάδια για να μην κυκλωθούν από τον εχθρό. Στη συνέχεια, οι Τούρκοι, έκαψαν την Πόρτα, το Δραμίζι και την Τύρνα. 

Προσωπογραφία του  Νικόλαου Στορνάρη (1778-1826), πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.  

Το 1823, ακολούθησαν οι εκστρατείες των Τουρκαλβανών στην περιοχή του Ασπροποτάμου, που προκάλεσαν την καταστροφή των χωριών. Ο Στορνάρης, απέρριψε την πρόσκληση του Σιλιχτάρ Μπόδα (Απρίλιος 1823) και του Μουσταφά πασά της Σκόδρας  (Ιούλιος 1823) να συμμαχήσει μαζί τους αφήνοντας ανοιχτά τα περάσματα της Πίνδου. 

Αποφάσισε να πολεμήσει τα ισχυρά στρατεύματα των Τουρκαλβανών, αδιαφορώντας για τις συνέπεις. Αντέδρασε στις επίμονες παροτρύνσεις των προεστών να δηλώσει υποταγή στους πασάδες. Έβγαλε το δίπλωμα της στρατηγίας κι απάντησε: «Εἶμαι στρατηγός τῆς κυβερνήσεως. Ὃ,τι σημαίνει ὁ Σκόδρας γιά τόν Σουλτάνον, σημαίνω κ’ ἐγώ εἰς τήν κυβέρνησίν μου. Ὂχι 20 χιλιάδες λαός, ἀλλά 100 χιλιάδες ὡσάν ἐσᾶς δέν σημαίνουν τίποτες νά χαθοῦν, παρά <νά μή χαθῶ> ἐγώ!

Σκορπήσατε ἀμέσως, καί ὃποιος θέλει, ὁ δρόμος εἶναι ἀνοικτός καί διά τούς Τούρκους καί διά τούς Ρωμαίους! Ἐγώ τώρα θέλω νά πολεμήσει, διότι ἧλθεν ὁ ὃμοιός μου! Ἀρκετά σᾶς ὑπόφερα τρία χρόνια, ταίς κοπριαίς σας». Η αγωνιστική και έντιμη στάση του Στορνάρη, δείχνει πίστη και  αποφασιστικότητα στην ιδέα της Επανάστασης για την απελευθέρωση του υπόδουλου έθνους.  

Μετά το φθινόπωρο του 1824, οι αγώνες του ηρωικού καπετάνιου επικεντρώθηκαν στη δυτική Ελλάδα. Στις 21 Φεβρουαρίου 1825, το Υπουργείο Πολέμου της Διοίκησης της Ελλάδας απέστειλε στον Στορνάρη διαταγή να στρατολογήσει 300 άνδρες και να ενωθεί με τον στρατηγό Γεώργιο Τσόγκα, στο στρατόπεδο της Βόνιτσας. Στο μεταξύ, οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι επωφελούμενοι από την εμφύλια διαμάχη των Ελλήνων που ξέσπασε στον Μοριά, βρήκαν πρόσφορο έδαφος να επέμβουν. Ενώ η Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος συγκλονίζονταν από τις δύο -ταυτόχρονα- οθωμανικές εκστρατείες (τουρκική και αιγυπτιακή), οι Ασπροποταμίτες κατέφθασαν στο Μεσολόγγι καταδιωκόμενοι από τον στρατό του Σιλιχτάρ Μπόδα.

Ήταν 400 περίπου συγγενείς και σύντροφοι του  Στορνάρη και 350 του Λιακατά που πέρασαν τα χιονισμένα βουνά και έφτασαν εξουθενωμένοι από την ταλαιπωρία. Εκεί ενώθηκαν με τους άνδρες του Στορνάρη και η δύναμή του αυξήθηκε. Οι πρόσφυγες από το Ασπροπόταμο (περίπου 600 ψυχές) κλείστηκαν στο φρούριο του Μεσολογγίου, που ο Στορνάρης το αποκαλούσε «γελαδομάντρι» και «φράκτη».

Αρχές Απριλίου του 1825, τα σώματα των στρατηγών Στορνάρη, Μακρή, Τσόγκα και Μπότσαρη συγκρούονταν με τους Τούρκους του Κιουταχή, που ξεκίνησε  την πολιορκία του Μεσολογγίου. Στις 10 Απριλίου 1825, ο Στορνάρης διορίστηκε αρχηγός της φρουράς του Μεσολογγίου, με την παρακάτω διαταγή: 

«Αριθ.4453

Προσωρινή Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος Ἡ ἀντί τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος ἐνεργητική Ἐπιτροπή: Ἐπειδή ὁ ἐχθρός εἰσβαλών εἰς τήν Δυτικήν Ἑλλάδα, ἐπροχώρησεν ἒως εἰς τᾶς ὂχθας τοῦ Ἀχελώου καί πρέπει διά τοῦτο νά ληφθούν ὃλα τά δραστήρια μέτρα πρός έξασφάλισιν καί ὑπεράσπισιν τοῦ Μεσολογγίου.

-Καί ἐπειδή ὁ κίνδυνος μή πολιορκηθῆ ἡ πόλις αὓτη, εἰς τοιαύτας δέ περιστάσεις χρειάζεται ἓνας ἀρχηγός διά νά διευθύνει τά πολεμικά δίδων τάς αναγκαίας διαταγάς. Διατάττει: Ὁ Στρατηγός Νικόλαος Στορνάρης διορίζεται ἀρχηγός ὃλων τῶν ὁπλαρχηγῶν καί στρατιωτῶν, ὃσοι εὑρίσκονται εἰς τήν πόλιν ταύτην, καί διευθύνων ὃλα ὃσα συντείνουν εἰς τήν ὑπεράσπισιν αὐτῆς τῆς πόλεως, νά δίδη τάς ἀνηκούσας διαταγάς καί νά ἐπαγρυπνῆ προσέτι νά μή γίνωνται ἀταξίαι ἀπό τούς στρατιωτικούς εἰς τό ἒνδον τῆς πόλεως.

Θέλει συνεννοεῖται καί μέ τούς δι’ ἰδιαιτέρας διαταγῆς διωρισμένους συμβούλους περί πάντων ὃσα ἀποβλέπουν τήν ὑπεράσπισιν καί ἀσφάλειαν τῆς πόλεως, καθώς καί διά ὃσα ἀναφέρονται εἰς τήν έσωτερικήν εὐταξίαν αὐτῆς: (Υπογρ.) Σπανιολάκης, Κωνστ. Πεταλᾶς, ὁ Γενικός Γραμματεύς Φίλιππος Πλυτᾶς, τῆ 10 Απριλίου 1825 ἐν Μεσολογγίω».

Η ιερή πόλη του Μεσολογγίου μεταβλήθηκε σε απόρθητο φρούριο, μετά τις εργασίες ανακατασκευής που έγιναν από τον εξαίρετο μηχανικό Μιχαήλ Κοκκίνη. Τον Ιούνιο του 1925, η δύναμη της φρουράς ενισχύθηκε σημαντικά με την άφιξη κι άλλων οπλαρχηγών και στρατιωτών.  Τότε, ο Στορνάρης απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα της διοίκησης  και η επιτροπή όρισε στη θέση του τον Τσόγκα. Ο Στορνάρης, στήριξε αυτή την απόφαση χωρίς να δείξει καμία δυσαρέσκεια. Γεγονός που προκάλεσε τον θαυμασμό των σωματαρχών. Γράφει ο Σπυρομίλιος: «Το μοναδικόν παράδειγμα ὁποῦ ἒχομεν τοῦ νά παραχωρῆται δίχως συγχύσεις μία ἀρχηγία».

Κι αυτή η στάση του δείχνει σωφροσύνη και εντιμότητα. Έθεσε ως προτεραιότητα το συμφέρον της πατρίδας, παραβλέποντας προσωπικές φιλοδοξίες και αξιώματα. Στον καπετάνιο ανατέθηκε η φύλαξη του προμαχώνα «Κλείσοβα», που ήταν το πρώτο οχύρωμα  στο νοτιοανατολικό άκρο του φρουρίου, κοντά στη λιμνοθάλασσα. Εκεί βρισκόταν το ομώνυμο νησάκι Κλείσοβα, που αποτελούσε βασικό κόμβο για τον ανεφοδιασμό της πόλης από την πλευρά της θάλασσας. Το βράδυ της 10ης Ιουλίου, ο Τσόγκας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς εγκατέλειψαν το Μεσολόγγι, και η επιτροπή όρισε νέο αρχηγό της φρουράς τον ντόπιο οπλαρχηγό Δημήτρη Μακρή.

Δημοσίευμα της εφημερίδας του Μεσολογγίου «Ελληνικά Χρονικά», με ημερομηνία 10 Απριλίου 1825, όπου γίνεται αναφορά για τον διορισμό του Στορνάρη στη Διοίκηση της Φρουράς.

Στις 5 Αυγούστου 1825, ο  Στορνάρης ανέλαβε  για οκτώ ημέρες τη φύλαξη του προμαχώνα «Τερίμπιλε». Στο πυροβολείο αυτό γίνονταν οι σκληρότερες και  αιματηρότερες μάχες. Γράφει ο Κασομούλης: «Δύο ἡμέρες ἐστάθημεν <εἰς Τερρίμπιλην> καί τό ἀφτί μου εἶχεν κωφαθῆ ἀπό τόν ἀκατάπαυστον πυροβολισμόν». Στη συνέχεια, ορίστηκε υπεύθυνος να οχυρώσει τις νησίδες Ντολμά και Πόρο για να αποφευχθεί ο αποκλεισμός από τη θάλασσα. 

Τον Νοέμβρη ο καπετάνιος πήγε με τους άνδρες του στο Αιτωλικό. Εκεί, οι οπλαρχηγοί και οι κάτοικοι τον υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά. Ήταν  πρόσωπο σεβαστό, κι  όλοι έτρεξαν να τον βοηθήσουν για να κατασκευαστούν τα οχυρώματα. Στις 26 Φεβρουαρίου 1826, ο Γρηγόρης Λιακατάς υπερασπιζόμενος με αυτοθυσία τη νησίδα του Ντολμά έπεσε ηρωικά μαχόμενος με τους συναγωνιστές του. 

Λίγες μέρες αργότερα, ο Στορνάρης τραυματίστηκε στα πόδια, όταν μια εχθρική οβίδα έπεσε στην καλύβα του. Η υγεία του κλονίστηκε, λόγω του τραυματισμού και της θλίψης για το χαμό του γαμπρού του.  Ο Κασομούλης ανέλαβε προσωρινά τη διοίκηση των ανδρών, κι ο γιατρός Αγιομαυρίτης (Πέτρος Στεφανίτσης) τη φροντίδα του. Μια μέρα, ο Ιμπραήμ έστειλε αγγελιοφόρους να διαπραγματευτούν με τους πολιορκημένους την παράδοσή τους. Οι διαπραγματευτές πρότειναν στους σωματάρχες να παραδώσουν τον οπλισμό τους, για να μην χυθεί άλλο αίμα.

Ο Στορνάρης όταν έμαθε ότι ο Ιμπραήμ έθεσε ως όρο την παράδοση των όπλων, έγινε θηρίο και θυμωμένος φώναξε: «Τόλμησε ὁ κερατᾶς νά ζητήσει ἂρματα;  ὃλοι ἐδῶ νά ταφοῦμεν, ἀν εἶναι <νά γίνη> τοῦτο! Δέν ἠξεύρει <ὃτι> τά ἂρματα ὁποῦ [τά] βαστοῦμεν πρό 300 χρόνια <τά ἒχομεν> εἰς τό ζωνάρι ὃλοι ὃσοι ἢμεσθεν ἐδῶ»; Ο καπετάνιος μέσα στον πυρετό του, κάθε φορά που θυμόταν την παράδοση των όπλων, παραμιλούσε και έβριζε.  

Το φρούριο του Μεσολογγίου με τους προμαχώνες «Κλείσοβας» και «Λουνέτας» που υπερασπίστηκε ο Στορνάρης.

Η κατάσταση στο Μεσολόγγι έγινε τραγική, μετά τον ασφυκτικό αποκλεισμό του φρουρίου από τη θάλασσα.  Πολεμιστές και γυναικόπαιδα λιμοκτονούσαν και το λιγοστό αλεύρι που απέμεινε μοιραζόταν με το φλιτζάνι. Η πείνα έγινε ο μεγαλύτερος εχθρός. Γράφει ο Οδυσσέας Μαρούλης:  «Πάντα τά ἀκάθαρτα ζώα αναλώθηκαν πρός τροφήν. Αἱ ἀσθένιαι ὡς ἐκ τούτου ἐπολλαπλασιάσθηκαν καί ἡ θνησιμότης κατέστη επίφοβος». Δεν έμεινε ούτε ένα άλογο αφάγωτο, εκτός του στρατηγού Γεωργάκη Κίτσου, του Κίτσου Τζαβέλα και του Νικολού Στορνάρη, για να το καβαλικέψει σε ώρα ανάγκης, καθώς ήταν άρρωστος κι αδύναμος.

Στο τέλος, άρχισαν να τρώνε σκύλους, γάτες και ποντικούς, ενώ καταναλώθηκαν τα αρμυρίκια και τα πικρά χορτάρια που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Αφού εξαντλήθηκαν όλες οι τροφές, έμειναν εντελώς νηστικοί.  Αναφέρει ο Ιωαννίδης: «[…] μείναντες δέ κυριολεκτικῶς ἐπί ἐξαήμερον ὁλοτελῶς ἂνευ τροφῆς καί κατατρυχόμενοι συγχρόνως ὑπό τῶν ἐνσκηψασῶν ποικίλων λοιμωδῶν νόσων, πεινόντες, γυμνητεύοντες, ριγοῦντες, νοσοῦντες, χλωμοί καί λιπόσαρκοι, ἐσύροντο ἀνά τάς ὁδούς τῆς χεμαζομένης πόλεως φαντασμάτων σκιαί».

Οι σωματάρχες, αφού διαπίστωσαν ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα για βοήθεια, αποφάσισαν να βάλουν σε εφαρμογή το σχέδιο της Εξόδου. Όρισαν τη νύχτα της 10ης Απριλίου, ημέρα Σάββατο του Λαζάρου κι άρχισαν την προετοιμασία. Κατασκεύασαν με μυστικότητα τέσσερα ξύλινα γεφύρια, για να τα στήσουν πάνω από την τάφρο κι έξω από τους προμαχώνες: Κλείσοβα, Νόρμαν, Μακρή και Λουνέτα.

Το σχέδιο προέβλεπε η έξοδος να γίνει με τρία σώματα. Σημείο συνάντησης των εξοδιτών ορίστηκε η μονή του Αγίου Συμεών. Την Παρασκευή 9 Απριλίου 1826, παραμονή της Εξόδου, ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων όλους τους Πολιορκημένους του Μεσολογγίου. Την ημέρα της Εξόδου, όλοι συγκεντρώθηκαν στο καλύβι του Μακρή  και περίμεναν με λαχτάρα τη διαταγή.  Ο Στορνάρης απουσίαζε κι ο Κασομούλης έτρεξε να τον βρει. Γράφει ο Κασομούλης: «Εὑρισκόμενοι ὃλοι οἱ Ἓλληνες <ἑτοιμασμένοι> εἰς τό γελέκι μέ τό σπαθί καί <τό> μαχαίρι εἰς τό χέρι, καί μέ τό ντουφέκι <εἰς τόν ὦμον>, ἰδού <φθάνει> καί ὁ Νότης (Μπότσαρης). Ἐδιάβαινεν ἐρχόμενος πρός τήν προσδιωρισμένην γέφυραν. Ἐρώτησεν, ποῖος ἧτον μέσα (στο καλύβι). Τόν εἲπαμεν, ὁ Στορνάρης. –

Σήκω τόν λέγει Στορνάρη, ἐκινήσαμεν, εἰς τό ὂνομα τοῦ Θεοῦ! Ο Στορνάρης  απάντησε: – Νά περιμένωμεν ἓως ὃτου νά φύγουν αἱ γυναῖκες <πρῶτα>. – <Ἡμεῖς κινοῦμεν, τόν λέγει <ὁ Νότης>, καί ὁποιος ἒχει γυναῖκα ἂς φροντίσει πλέον <δι’ αὐτήν>. Δέν γινόμεθα φύλακες τῶν μουνιῶν αύτήν τήν ὣραν»! Την τραγική στιγμή της Εξόδου, όπου όλοι νοιάζονταν για τη ζωή τους, ο γενναίος καπετάνιος έθεσε ζήτημα προτεραιότητας τη σωτηρία των γυναικόπαιδων και των αμάχων.

Αυτή η στάση του Στορνάρη, χαρακτηρίζει έναν αγωνιστή με βαθιά ενσυναίσθηση, ευαισθησία και ηθική ανωτερώτητα, και καταγράφεται ως μια από τις πιο ξεχωριστές και συγκινητικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Σημειώνει ο Βλαχογιάννης για τον φιλεύσπλαχνο και συμπονετικό καπετάνιο: «Τιμή στ’ ὂνομα τοῦ εὐγενικοῦ ἂντρα, ποῦ ἒδωσε τήν πρώτη θέση στ’ ἀδύνατα, ἀλλά ἡ στιγμή ἢτανε τρομερή, καί δέν περίμενε, δέ δεχόταν ἀναβολή». Η αξιέπαινη ηθική στάση του Στορνάρη, συνεκτιμώμενη  με τη φιλοπατρία και τον ηρωισμό του, τον κατατάσσουν στις κορυφαίες ηρωικές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Η  «Έξοδος του Μεσολογγίου» (πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη).

Η ηρωική Έξοδος των πολιορκημένων ήταν μια συνειδητή πράξη αυτοθυσίας, που αναδεικνύει το μεγαλείο της θέλησης για την ελευθερία. Αγωνιστές και γυναικόπαιδα συγκεντρώθηκαν στις εισόδους των προμαχώνων τη σκοτεινή νύχτα, όπου βασίλευε «άκρα σιωπή». Ο Στορνάρης μαζί με τ’ άρματα κουβαλούσε την κάπα και τη φλοκάτη. Οι σύντροφοί του ζήτησαν να τα πετάξει για να ελαφρύνει. Αυτός αρνήθηκε και δικαιολογήθηκε ότι κρυολογούσε.

Οι βόμβες του Ιμπραήμ έπεφταν ακατάπαυστα. Φίλησαν το χώμα του Μεσολογγίου, κι αποχαιρέτησαν τον ιερό τόπο σαν να ήταν ένα πρόσωπο αγαπημένο. Άφησαν πίσω ζωντανούς και νεκρούς, και τράβηξαν μπροστά αγνοώντας την τύχη τους. Ο Στορνάρης έσερνε το άλογο με το φορτωμένο δισάκι. Βγήκε στη γέφυρα βοηθούμενος από ένα συναγωνιστή του. Για μια στιγμή βρέθηκε μαζί με άλλους μέσα στο χαντάκι. Εκεί έμειναν πεσμένοι μπρούμυτα για αρκετή ώρα. Κι όταν βγήκαν,  τα πυρά του εχθρού έπεφταν πάνω τους σαν τη βροχή. Τράβηξαν ανατολική πορεία προς το βουνό του Ζυγού και το μοναστήρι του Αγίου Συμεών. 

Ο Στορνάρης, κατάκοπος και εξαντλημένος από την ασθένειά του ξέμεινε πίσω, και δεν κατόρθωσε να σπάσει τον εχθρικό κλοιό. Έπεσε ηρωικά πολεμώντας με το σπαθί στο χέρι. Χάθηκε στα βαλτόνερα του Μεσολογγίου, μακριά από τον αγαπημένο του Ασπροπόταμο. Το όνομά του γράφτηκε στις ένδοξες σελίδες των αγωνιστών που θυσιάστηκαν για την πατρίδα. Τα παλικάρια του τον έκλαψαν και η λαϊκή μούσα εξύμνησε τον θάνατό του, μαζί με αυτόν του Λιακατά, με το ακόλουθο τραγούδι: «Ποιος θελ’ να ακούσει κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια, Να διαβ’ από τον Κάλαμο, τη μέση απ’ του Βασιάρη, Ν’ ακόυς’ τις καπιτάνισσες όλου τ’ Ασπροποτάμου, Που κλαίνε για τους άντρες τους, για τους καπεταναίους.

Στο περιγιάλι κάθονται, τα πέλαγα αγναντεύουν, Βλέπουν καράβια που ‘ρχονται, καράβια π’ αρμενίζουν, Κι όλο συχνά τα ρώταγαν, συχνά τα εξετάζουν: -Καράβια τις εμάθατε από το Μεσολόγγι, Που πολεμούν οι Έλληνες κι αυτοί οι Στορναραίοι; Ειν’ τα μαντάτα μας πικρά, δεν είναι να τα πούμε. Ο Λιακατάς σκοτώθηκε στης Κλείσοβας τη μάχη κι ο Νικολός με τον Γιαννιό μέσα στο Μεσολόγγι». Η Έξοδος του Μεσολογγίου είχε τραγικές απώλειες για τους Έλληνες. Εκτιμάται ότι έχασαν συνολικά τη ζωή τους περίπου 7.000 άτομα (1.800 πολεμιστές και 5.000 γυναικόπαιδα που σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν και χάθηκαν). 

Αριστερά: Η στήλη του στρατηγού Νικολάου Στορνάρη στον κήπο

 των Ηρώων του Μεσολογγίου. Δεξιά: Η προτομή του στην 

κεντρική πλατεία των Τρικάλων.

Γράφει ο Ν. Κασομούλης για τον καπετάν Στορνάρη: «[…] ὁμοῦ μέ τόν Γρηγόρην Λιακατᾶν γαμβρόν του, ἐγκαταλελειμμένος ἀπό ὃλους τούς συγγενεῖς του, εἰς Μεσολόγγι ἐσχάτως, τό 1825, ἐπί τῆς στενῆς πολιορκίας καί περιστοιχισμένος ἀπό τήν κοινήν ὑπόληψην τῶν συναγωνιστῶν του, ἀφοῦ ὑπέφερε ὃλα τά βάσανα τῆς πολικορκίας, τιμώμενος ἀπό ὃλους τούς ὁπλαρχηγούς, θανατωθείς εἰς τήν ἒξοδον τῆς φρουρᾶς, 1826 Ἀπριλίου 20 ἐσπέραςφάνη ὁ μόνος ἐκ τῆς πολυαρίθμου τούτης οἰκογενείας, ὃστις ἐπανέφερεν τήν δόξαν τῆς οικογενείας του εἰς τήν θέσιν, ἣτις θέλει στολίζει τάς σελίδας τῆς ἱστορίας».

Ο Βλαχογιάννης αναφέρει τα εξής: «Μόνος μέ τόν γαμπρό του Λιακατᾶ, ἀφοῦ ἒστειλε τήν οἰκογένεια του στήν Κεφαλλωνιά, παραίτησε τήν ἐπαρχία του (μεταναστεύσας) κατά τό πέρασμα τοῦ Σκόντρα Πασσᾶ, ποῦ τόν κάλεσε νά πάη ὁ ἲδιος νά προσκυνήση, καί ἀρνήθηκε, βάνοντας ἐμπρός τ’ ἀμέτρητα κοπάδια του γίδια, πρόβατα, ἂλογα, κλπ, γιά νά μήν τά πάρουν οἱ Τοῦρκοι (τ’ ἂρπαξαν ὃμως οἱ ἂταχτοι τῆς Ρούμελης κι’ ἀπ’ αὐτά πολύ λίγα περάσανε στό Μοριά).

Ὁ Ν. Στορνάρης ἀπό τότε ἒλαβε μέρος στόν ἀγῶνα τῆς Δυτ. Ἑλλάδος, φτωχός πειά, ἐνῶ οἱ συγγενεῖς του στήν ἐπαρχία προσκυνῆσαν τούς Τούρκους. Τά «καπάκια» ἢτανε καμμιά φορά διπρόσωπα. ὁ ἓνας Ἀρματωλός προσκυνοῦσε, γιά νά σώση τήν ἐπαρχία ἀπό τήν καταστροφή, κάνοντας τάχα πῶς χωρίστηκε ἀπό τόν ἀδερφό του, ἐνῶ ὁ ἂλλος πολεμοῦσε τούς Τούρκους». Ο καπετάν Στορνάρης έβαλε σε αυτή την περίσταση ως ύψιστο ιδανικό την απελευθέρωση της πατρίδας. Μετανάστευσε από τη γενέτειρά του, εγκατέλειψε την οικογένειά του, έχασε την περιουσία του, και στο τέλος αφιέρωσε την ίδια του τη ζωή πολεμώντας τον εχθρό.

Γράφει ο Γιαννούλης για τον γενναίο καπετάνιο: «Μέ τέτοια λοιπόν προσόντα ὁ Στορνάρης, ἂν ζοῦσε, ὁ ρόλος του θά ἢτανε μεγάλος στίς κατοπινές ἒριδες, καπεταναίων καί πολιτικών, γιατί εἶχε κῦρος σοβαροῦ καί μετριοπαθοῦς ἀνθρώπου, πού ὃλοι θά τόν ὑπάκουαν καί ὃλοι θά τόν ἐμπιστεύονταν, ὃπως τόν έμπιστεύθηκαν καί οἱ Μεσολογγίτες διορίζοντάς τον φρούραρχο τῆς πόλης τους, ἂν καί δεν ἦταν ντόπιος ὁπλαρχηγός (ὃπως ἐπέβαλε το ἒθιμο τῆς ἐποχῆς), ἀλλά ξένος πού τό Ἀρματολίκι του – τό Ἀσπροπόταμο- εἶχε ἢδη καταληφθεῖ ἀπό τούς Τούρκους». Τι μεγαλύτερη τιμή για αυτόν τον άνδρα; Δόξα και τιμή σ’ όλους όσους αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας. 

Συμπληρώνονται 200 χρόνια από την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου, η οιποία αποτελεί μια από τις πιο κορυφαίες και τραγικές στιγμές της  Ελληνικής Επανάστασης. Μια πράξη ηρωισμού και αυτοθυσίας  η οποία συγκλόνισε βαθύτατα την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και επηρέασε καθοριστικά τους ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και του Διαφωτισμού. Ήταν μια συνειδητή ενέργεια με διεθνή απήχηση, η οποία ενίσχυσε το φιλελληνικό κίνημα για την τελική ανεξαρτησία της Ελλάδας. 

Η επέτειος των 200 ετών από την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου και τον θάνατο του στρατηγού Νικολάου Στορνάρη, συνιστά και για τον Δήμο Πύλης σημαντικό ιστορικό και πολιτιστικό  γεγονός.  Θεωρείται, λοιπόν, επιβεβλημένη η τοποθέτηση του ανδριάντα ή της προτομής του ήρωα στην κεντρική πλατεία της Πύλης, που αποτελεί πυρήνα των  κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων του δήμου.

Είναι πράξη τιμής και ευγνωμοσύνης στον Νικόλαο Στορνάρα που αναγνωρίζει τον αγώνα και τη θυσία του για την απελευθέρωση του έθνους. Είναι, επίσης,  και μια  σημαντική  πρωτοβουλία  για τη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης και την ενίσχυση της ταυτότητας.

- Διαφημήσεις -
Epilogi-banner
TEl-Panagiotu Xristakos-Aimilios-Nea A-Adamopoulos Tziortziotis-gif tegos-teletes
- Διαφημήσεις -
Pallantza-B-NEO Kalyvas-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%83 TIMBRADOS-Giotas-S Balkizas Kelari-gif
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
- Διαφημήσεις -

Δημοφιλέστερα