Η κυβέρνηση το αποφάσισε και περιμένει τον προσφορότερο χρόνο
Την κύρωση από τη Βουλή της επέκτασης των χωρικών υδάτων της, αλλά σε χρόνο που θα καθορίσει η Αθήνα και θα θεωρηθεί κατάλληλος από την κυβέρνηση, επιλέγει η κυβέρνηση ως διαπραγματευτικό όπλο έναντι της Τουρκίας.
Αυτό έχει αποφασίσει η κυβέρνηση, και ο Γιώργος Γεραπετρίτης επισημαίνει σε συνομιλητές του ότι γίνονται οι απαραίτητες προετοιμασίες ώστε να είναι όλα έτοιμα όταν το αποφασίσει η κυβέρνηση.
Η Αθήνα είναι έτοιμη να συζητήσει την κλιμακωτή επέκταση των χωρικών υδάτων πάνω στο σχέδιο Παμπούκη του 2003, βάσει του οποίου η χώρα μας θα επέκτεινε τα χωρικά ύδατα από 6 έως 10 ναυτικά μίλια.
Κάτι που οι Τούρκοι τότε αποδέχθηκαν, ενώ και σήμερα, μετά τον «τυφώνα Τραμπ», το συζητούν ξανά.
Κορυφαίος απόμαχος διπλωμάτης, που μετέχει στις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μέσω διαφόρων «μη κρατικών οργανισμών», ανέφερε στη «ΒτΚ», πως «τίποτα από τις δημόσιες παρεμβάσεις των αξιωματούχων δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη», και πως διεξάγονται ήδη πολλές συζητήσεις.
Μία από αυτές, στο πλαίσιο του πρόσφατου πολιτικού διαλόγου υπό την υφυπουργό Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, στην Αθήνα, διήρκεσε περίπου 5 ώρες, και ουδέν διέρρευσε τόσο από εδώ όσο και από την Άγκυρα.
Κάτι που σημαίνει πως οι συζητήσεις έχουν προχωρήσει αρκετά, αλλά ακόμη υπάρχει απόσταση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Αθήνα καλείται να συζητήσει με την Τουρκία πριν εμπλακεί κάποιος τρίτος με τρόπο που δεν θα αρέσει σε κανέναν, όπως λένε οι διπλωμάτες εκατέρωθεν.
Και η κινητικότητα των δύο Αμερικανών πρέσβεων σε Αθήνα και Άγκυρα, με δημόσιες παραινέσεις-παρεμβάσεις, φανερώνει μία ιδιότυπη πίεση από Ουάσινγκτον.
Σε αυτό συμφωνούν τόσο ο Γιώργος Γεραπετρίτης όσο και ο ομόλογός του Χακάν Φιντάν, και επάνω σε αυτή τη βάση καλούνται οι δύο χώρες να ρίξουν «νερό στο κρασί» τους για να βρουν λύσεις, όπου μπορούν να βρεθούν αυτές.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης διαβεβαιώνει συνομιλητές του ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αποστεί η Ελλάδα από τις πάγιες θέσεις της σε θέματα εθνικής κυριαρχίας.
Η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας και η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα, θα πραγματοποιηθεί το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου –εκτός συγκλονιστικού απροόπτου–, και σύμφωνα με πληροφορίες, παρά τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, υπάρχει, ακόμα, πολύς δρόμος για να βρεθεί ένας κοινός τόπος συζήτησης για τα δύσκολα ζητήματα.
Πολύ καλά ενημερωμένη διπλωματική πηγή ανέφερε στη «ΒτΚ», ότι «υπάρχει ακόμη μεγάλη απόσταση για τα δύσκολα ζητήματα», ενώ επισήμανε ότι «οι πρωθυπουργοί και οι πρόεδροι δεν βγάζουν χάρτες επί των οποίων συζητούν, αλλά συζητούν επί πραγμάτων που έχουν ήδη γίνει αντικείμενο επεξεργασίας από τα αρμόδια υπουργεία Εξωτερικών».
Όπως λέει ο Γιώργος Γεραπετρίτης σε συνομιλητές του, αυτή τη στιγμή δεν συγκλίνουμε με την Τουρκία στο ποιο θα είναι το εύρος της συζήτησης, και η Ελλάδα επιμένει πως το μόνο θέμα συζήτησης για τη χώρα μας είναι το θέμα του καθορισμού υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, το οποίο μπορεί να παραπεμφθεί στα διεθνή δικαστήρια.
Εάν η Τουρκία θεωρεί ότι υπάρχουν και άλλα θέματα, τότε υπάρχει απόκλιση, επισημαίνει ο Έλληνας υπουργός, με συνέπεια να διαιωνίζεται το πρόβλημα, κάτι που δεν βοηθά καμία από τις δύο χώρες.
Η συγκυρία για την Τουρκία δεν είναι τόσο ευνοϊκή όσο θα ήθελε ο Ταγίπ Ερντογάν, αφού ναι μεν πήρε αυτό που ήθελε στη Συρία, με την απομόνωση των Κούρδων, αλλά σε όλα τα υπόλοιπα υπάρχει απόσταση από τους στόχους της.
Πληροφορίες από διπλωματική πηγή αναφέρουν ότι στο Συμβούλιο Ειρήνης θα μετάσχει μεν η Τουρκία, χωρίς όμως τον παρεμβατικό ρόλο που επιθυμεί, αφού το Ισραήλ έχει θέσει βέτο.
Ως προς την επόμενη μέρα στη Γάζα, οι Τούρκοι θα πρέπει πρώτα να ξεπεράσουν τον σκόπελο του Ισραήλ, όπως και για το ρόλο που θέλει για τον εαυτό του ο Τούρκος πρόεδρος στην Ανατολική Μεσόγειο, αφού η τριμερής Ελλάδας – Ισραήλ –Κύπρου στέκει εμπόδιο.
Η Ελλάδα καλείται να διαλέξει στρατόπεδο
Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον η χώρα μας επέλεξε να ταυτιστεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση στο δίλημμα «Συμβούλιο Ειρήνης και ΗΠΑ ή Ε.Ε.», φιλοδοξώντας να πιστωθεί διπλωματικά αυτή την επιλογή σε ό,τι έχει σχέση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό.
Και αυτό αφορά στη στάση της Ε.Ε. απέναντι στις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της Τουρκίας και τις κατά καιρούς απειλές της έναντι της Ελλάδας, στις οποίες μέχρι τώρα οι Ευρωπαίοι απαντούσαν «βρείτε τα μεταξύ σας».
Μετά το σοκ με τη Γροιλανδία όμως, το «βρείτε τα» δεν είναι ευρωπαϊκή θέση, εάν κρίνει κανείς από την ομόθυμη στάση των χωρών της Ε.Ε. απέναντι σε μία απειλή κατά χώρας-μέλους, και όπως λέει σημαίνων παράγοντας του υπουργείου Εξωτερικών, «αυτό δεν μπορεί να είναι α λα καρτ, αλλά θα ισχύει για κάθε χώρα-μέλος της Ε.Ε. που απειλείται από μία τρίτη χώρα».
Οι πληροφορίες της «ΒτΚ» αναφέρουν ότι πριν η κυβέρνηση αποκρυσταλλώσει τη θέση της απέναντι στις ΗΠΑ και στην πρόταση Τραμπ για το Συμβούλιο Ειρήνης και για τη Γροιλανδία, επικοινώνησαν τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Γιώργος Γεραπετρίτης με Ευρωπαίους ομολόγους τους, από τους οποίους φέρονται να έλαβαν δεσμεύσεις (όση αξία μπορούν να έχουν όμως αυτές όταν δεν αποτυπώνονται στο χαρτί), ότι θα στηρίξουν και την Ελλάδα σε μία παρόμοια περίπτωση.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών θεωρεί ότι βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο και η χώρα μας πρέπει να επιλέξει στρατόπεδο, με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων της.
Και σήμερα, όπως εκτιμά ο κ. Γεραπετρίτης, μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει κάποια ασφάλεια συγκριτικά με τους άλλους ισχυρούς.
Αναφορικά με το Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ, οι διπλωμάτες θεωρούν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει να φτιάξει έναν «πριβέ ΟΗΕ», όπου αυτός θα είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής, θα διανέμει ρόλους σε συνεργασία με μία ή δύο ακόμη χώρες, και σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι θα έχουν το ρόλο του κομπάρσου.
*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»










